THEOSSOFICUL SOCIETY - ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ - Νέα Ακρόπολη
Εισαγωγή
Τα μυστικιστικά αφηγήματα της Νέας Ακρόπολης, σύμφωνα με τα οποία ο φασισμός παρουσιάζεται ως αιώνιο πολίτευμα «υψηλότερης τάξης», το οποίο δήθεν παραδόθηκε στην ανθρωπότητα από μυστικές αδελφότητες —όπως η αποκαλούμενη «Λευκή Αδελφότητα»— εντάσσονται σε μια μυστικιστική και συνωμοσιολογική ερμηνεία της ιστορίας.
Ο μυστικισμός, ως καθολικό φαινόμενο που εστιάζει στην άμεση και προσωπική εμπειρία του υπερβατικού, αξιοποιείται σε παρόμοια συμφραζόμενα προκειμένου να θεμελιώσει αφηγήματα περί πνευματικών ελίτ ή ανώτερων φορέων γνώσης. Το αφήγημα της ύπαρξης της Λευκής Αδελφότητας λειτουργεί, σε αυτές τις περιπτώσεις, ως συμβολικός μηχανισμός αυθεντίας και νομιμοποίησης, εντασσόμενο σε μια ιδεολογική κατασκευή που παρακάμπτει τον ορθολογικό έλεγχο και την ιστορική τεκμηρίωση.
Ο μυστικισμός συνολικά, καθώς και η λεγόμενη Μυστική Διδασκαλία της Μπλαβάτσκυ, δεν στηρίζονται σε ιστορικές μαρτυρίες ή επαληθεύσιμα εμπειρικά δεδομένα και αποκλίνουν ουσιωδώς από τις καθιερωμένες προσεγγίσεις της ιστορικής και πολιτικής επιστήμης. Η συγκεκριμένη κοσμοαντίληψη προβάλλει τον φασισμό ως μεταφυσικό και «ανώτερο» αρχέτυπο κοινωνικής οργάνωσης, σε άμεση αντίθεση με την ιστορικά τεκμηριωμένη φύση του ως ιδεολογίας βίας, ρατσισμού και απόλυτης εξουσίας, η οποία συνδέθηκε με εκτεταμένα εγκλήματα και μαζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Παράλληλα, κάνει συστηματική χρήση μιας συγκρητιστικής μεθοδολογίας, δηλαδή της αυθαίρετης σύνθεσης ετερόκλητων στοιχείων —όπως η αλχημεία, ο μυστικισμός και η πολιτική θεωρία— με σκοπό τη συγκρότηση ενός φαινομενικά συνεκτικού αφηγήματος.
Η αλχημεία και ο μυστικισμός, ως στοιχεία της δυτικής αποκρυφιστικής παράδοσης, εντάσσονται σε ορισμένα φασιστικά αφηγήματα κυρίως σε συμβολικό επίπεδο. Η αλχημεία, γνωστή και ως «Ερμητική Τέχνη», βασίζεται σε κείμενα που αποδίδονται στον Ερμή Τρισμέγιστο και στη θεμελιώδη αρχή της αναλογίας μεταξύ μικρόκοσμου και μακρόκοσμου. Στο πλαίσιο ιδεολογικών λόγων με φασιστικά χαρακτηριστικά, η αρχικά εξωτερική, πολεμική σύγκρουση μετασχηματίζεται σε εσωτερική μάχη κατά του «κατώτερου» εαυτού, της «προσωπικότητας» και των παθών.
Η πρακτική αυτή αντιστοιχεί σε γνώρισμα το οποίο ο Umberto Eco έχει αναγνωρίσει ως θεμελιώδες χαρακτηριστικό του πρωτο-φασισμού.
Αν και ο Umberto Eco αναφέρεται σε αφηγήματα και μυστικές διδασκαλείες τέτοιου τύπου —όπως εκείνες της Νέας Ακρόπολης— που αποδίδουν στον φασισμό διαχρονική και απόκρυφη προέλευση, η θεωρία του «Άχρονου Φασισμού» τον προσεγγίζει ως σύγχρονο πολιτικό φαινόμενο με σαφώς προσδιορίσιμα κοινωνικοπολιτικά χαρακτηριστικά, όπως η καπήλευση της λατρείας της παράδοσης, ο φόβος της διαφορετικότητας και η προτεραιότητα της δράσης έναντι της κριτικής σκέψης.
Οι επιστημονικές προσεγγίσεις ως προς τον ορισμό και τη φύση του φασισμού είναι πράγματι πολλαπλές και συχνά αντικείμενο θεωρητικής αντιπαράθεσης. Ωστόσο, καμία από τις αναγνωρισμένες σχολές σκέψης δεν υιοθετεί ερμηνείες που αποδίδουν τη γένεση ή τη νομιμοποίηση του φασισμού σε μυστικές αδελφότητες ή σε «υπερβατικά» πολιτειακά πρότυπα. Μέχρι σήμερα, τέτοιες θεωρίες δεν εδράζονται ούτε στη σύγχρονη ιστοριογραφία ούτε στην πολιτική θεωρία.
Ο Umberto Eco περιγράφει τον φασισμό ως σύνολο κοινωνικών, ψυχολογικών και πολιτικών τάσεων που επανεμφανίζονται ιστορικά και δύνανται να ενεργοποιηθούν υπό συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρεί τον φασισμό δημιούργημα του 20ού αιώνα και όχι αιώνια προϋπάρχουσα δύναμη. Κατά συνέπεια, η σχέση πολιτικής και αποκρυφισμού δεν νοείται ως σχέση αιτιώδους γένεσης, αλλά ως επικοινωνιακή πρακτική και εργαλείο προπαγάνδας.
Ο φασισμός εμφανίζεται συχνά να υιοθετεί μια συγκρητιστική μεθοδολογία, μέσω της οποίας συνδυάζονται πολιτικά, θρησκευτικά και αποκρυφιστικά στοιχεία. Η μεθοδολογία αυτή, την οποία ο Eco συγκαταλέγει στα βασικά γνωρίσματα του πρωτο-φασισμού, δεν υποδηλώνει ουσιαστική ή αιτιώδη σχέση μεταξύ μυστικισμού και φασισμού, αλλά αποκαλύπτει έναν τρόπο ιδεολογικής συγκρότησης που αποσκοπεί στη δημιουργία ψευδαίσθησης βάθους, παράδοσης και υπερβατικής νομιμοποίησης.
Μέσω αφηγημάτων περί «άχρονου πολιτεύματος» —με την έννοια ότι οι ρίζες του χάνονται στα βάθη της ιστορίας και ότι προϋπάρχει ως ανώτερο πολιτικό σύστημα που δεν επιδέχεται περαιτέρω βελτίωση— ο φασισμός μετατρέπει το ιστορικό κενό που αναπόφευκτα φέρει μια ιδεολογία του 20ού αιώνα σε μεταφυσικό μεγαλείο.
Με τον τρόπο αυτό οικοδομείται η ψευδαίσθηση ιστορικού βάθους, παράδοσης και υπερβατικής συνέχειας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Roger Griffin ορίζει τον φασισμό ως «παλιγγενετικό υπερεθνικιστικό μύθο», υπογραμμίζοντας ότι η έννοια της παλιγγενεσίας παραπέμπει σε μια μυθολογική υπόσχεση εθνικής αναγέννησης έπειτα από περίοδο παρακμής.
Ο παλιγγενετικός μύθος συγκροτείται γύρω από την αφήγηση της παρακμής του παρόντος, την εξιδανίκευση ενός χαμένου χρυσού παρελθόντος και την υπόσχεση ενός μεσσιανικού μέλλοντος εθνικής αναγέννησης.
Τα μυστικιστικά αφηγήματα είναι παρόντα σε όλες τις μορφές της φασιστικής ιδεολογίας· ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει τεκμηριωθεί ιστορικά ή θεωρητικά άμεση σχέση αιτίου–αιτιατού μεταξύ της Μυστικής Διδασκαλίας της Μπλαβάτσκυ και της ανάδυσης του φασισμού ως πολιτικής ιδεολογίας. Για τον λόγο αυτό, η ανάλυση της επικοινωνιακής και οργανωτικής χρήσης αυτών των στοιχείων παραμένει κρίσιμη για την κατανόηση των μηχανισμών μέσω των οποίων ο φασισμός ανασυγκροτείται και επανεμφανίζεται σε διαφορετικά πολιτισμικά και ιστορικά συμφραζόμενα.
Στη συνέχεια θα εξεταστούν οι μυστικές θεωρίες της Νέας Ακρόπολης περί ύπαρξης αιτιακής και γενετικής σχέσης μεταξύ της Θεοσοφικής Εταιρείας και της ανάδυσης του φασισμού, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο στοιχεία της θεοσοφικής και αποκρυφιστικής παράδοσης αξιοποιήθηκαν μεταγενέστερα σε φασιστικούς λόγους ως μηχανισμοί νομιμοποίησης, αυθεντίας και μυθολογικής συγκρότησης.
Κεφάλαιο 1
Ο Φασισμός ως πολιτικό κίνημα
Όροι ετυμολογία και Σύμβολα
Ολοκληρωτισμός
Φασισμός
Ο όρος φασισμός (ιταλικά Fascismo) προέρχεται από τη λατινική λέξη fascis ή fasces, που σημαίνει δέσμη (ράβδων). Η ιταλική λέξη fascio («δέσμη», «ένωση») έχει ρίζες στη λατινική λέξη fascia, η οποία με τη σειρά της σχετίζεται με το ελληνικό ρήμα φασκιώνω (δηλαδή τυλίγω, δένω σφιχτά). Το σύμβολο του φασισμού, όπως καθιερώθηκε από τον Μπενίτο Μουσολίνι και το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα, ήταν οι fasces – μια δέσμη ράβδων δεμένων γύρω από έναν πέλεκυ (τσεκούρι), ένα αρχαίο ρωμαϊκό σύμβολο εξουσίας και πειθαρχίας. Οι fasces χρησιμοποιούνταν στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία ως έμβλημα των lictors (σωματοφυλάκων των δικαστών), οι οποίοι μετέφεραν αυτές τις δέσμες ως σύμβολο της κρατικής εξουσίας και της ενότητας ως ανάγκης υποταγής και πειθαρχίας.
Ο διπλός πέλεκυς (labrys), αν και δεν είναι το ίδιο με τους fasces, έχει χρησιμοποιηθεί σε διάφορα σύμβολα και σημαίες εθνικιστικών και φασιστικών κινημάτων. Σε ορισμένες ερμηνείες, η εικόνα του διπλού πέλεκυ συμβολίζει τη διπλή κατεύθυνση της εξουσίας – προς τα έσω (εσωτερική πειθαρχία ή "πελέκημα" του εαυτού) και προς τα έξω (αντιμετώπιση των εξωτερικών εχθρών). Το στοιχείο της δέσμης ράβδων παραπέμπει στο αρχαίο γνωμικό: «Μία ράβδος σπάει εύκολα, πολλές μαζί είναι αδιάσπαστες», υποδηλώνοντας τη δύναμη της ενότητας -ως πολεμική ταχτική.
Το σύμβολο του άξονα (axis), γύρω από τον οποίο τυλίγονται οι ράβδοι, συνδέεται ετυμολογικά και πολιτικά με τον όρο "Δυνάμεις του Άξονα" (Axis Powers), δηλαδή τον συνασπισμό της ναζιστικής Γερμανίας, φασιστικής Ιταλίας και ιαπωνικού ιμπεριαλισμού στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ονομασία "Άξονας" καθιερώθηκε μετά τη συνάντηση Χίτλερ–Μουσολίνι και την αναφορά του Μουσολίνι στη «Ρώμη–Βερολίνο Άξονα».
Στην αρχαία Ρώμη, οι fasces ήταν σύμβολο τιμητικής εξουσίας. Οι lictors, σωματοφύλακες των ανώτατων αρχόντων, έφεραν fasces δεμένες γύρω από πέλεκυ, ως ένδειξη της εξουσίας να επιβάλλουν την τάξη ή να τιμωρούν.
Το έμβλημα του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος του Μουσολίνι ενσωμάτωνε τους fasces ως κύριο σύμβολο. Μερικές φασιστικές ομάδες στην Ιταλία χρησιμοποιούσαν επίσης τη φιγούρα του διπλού πέλεκυ, που σε ορισμένες εσωτεριστικές ερμηνείες συνδέεται με την εσωτερική και εξωτερική κάθαρση, και ακόμα και με μεταφυσικά δόγματα, όπως αυτό της Μπλαβάτσκυ για τις «πλανητικές αλυσίδες» και την ένωση γύρω από έναν «ηλιακό ηγέτη».
Σε ομιλία του στην Μπολόνια το 1921, ο Μουσολίνι δήλωσε ότι ο φασισμός "γεννήθηκε από μια βαθιά, αιώνια ανάγκη της Μεσογειακής και Άριας μας φυλής". Υποστήριξε ότι οι Ιταλοί ανήκουν στον μεσογειακό κλάδο της Άριας φυλής, συνδέοντας τον φασισμό με πνευματικά και πολιτισμικά θεμέλια, και οικοδομώντας μια φυλετική ιεραρχία στηριγμένη σε αυτά τα κριτήρια. (Πηγή: Racial Theories in Fascist Italy).
Ο ιστορικός φασισμός (Ναζισμός)
Οι Ναζί δεν θεωρούσαν καθαρόαιμους Άριους όλους τους Γερμανούς και δήλωσαν ότι η Γερμανία είχε επίσης μεγάλο πληθυσμό «Άλπεων» (που αναγνωρίζεται, μεταξύ άλλων χαρακτηριστικών από: χαμηλότερο ανάστημα, στιβαρή διάπλαση, επίπεδη μύτη και υψηλότερα ποσοστά σκούρων μαλλιών και ματιών). Ο Χίτλερ και ο ναζιστής φυλετικός θεωρητικός Χανς Φ. Κ. Γκούντερ (Hans F. K. Günther) διατύπωσαν, την μη καθαρότητα ολόκληρης της Γερμανικής φυλής, ως ένα ζήτημα που πρέπει να διορθωθεί μέσω επιλεκτικής αναπαραγωγής για την επικράτηση των «σκανδιναβικών» χαρακτηριστικών της καθαρόαιμης Αρίας φυλής.
Η προπαγάνδα της Νεολαίας του Χίτλερ τόνισε τη «σκανδιναβική» φύση των Άριων Γερμανών, με προπαγανδιστικό κείμενο που δόθηκε σε όλα τα μέλη της Νεολαίας του Χίτλερ και αποσκοπούσε στο να εξυψώσει την ανωτερότητα των Άριων Γερμανών χωρίς να χαθούν οι ψήφοι αυτών που δεν περιγραφόταν με Άρια χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα δήλωνε: «το κύριο συστατικό του λαού μας είναι η σκανδιναβική φυλή (55%). Αυτό δεν σημαίνει ότι ο μισός λαός μας είναι "καθαρόαιμος", όλες οι προαναφερθείσες φυλές εμφανίζονται σε μίγματα σε όλα τα μέρη της πατρίδας μας. Ωστόσο, το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του λαού μας είναι σκανδιναβικής καταγωγής μας δικαιολογεί να έχουμε μια σκανδιναβική άποψη όταν αξιολογούμε τον χαρακτήρα και το πνεύμα μας, τη σωματική δομή και φυσική ομορφιά.»
Αυτές οι ναζιστικές απόψεις για την ανωτερότητα της «Άριας φυλής» και την κατωτερότητα άλλων φυλών, ιδιαίτερα των Σλάβων, των μαύρων, των «Τσιγγάνων» και, στο κατώτερο μέρος της κλίμακας, οι Εβραίοι έγιναν η βάση για τις εθνικές κοινωνικές πολιτικές της Γερμανίας από τη στιγμή που ο Χίτλερ έγινε Καγκελάριος και στη συνέχεια «Φύρερ» της χώρας. Οι θεωρίες αυτές υπήρξαν επίσης ένας σημαντικός παράγοντας στις επιδρομές του Χίτλερ στην Πολωνία και την ΕΣΣΔ και οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα και στο θάνατο πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων 6 εκατομμυρίων Εβραίων.
Πέρα από τις φυλετικές διακρίσεις και το φυλετικό μίσος που προκύπτει από αυτές, ο ναζισμός υπήρξε μια ριζοσπαστική και αυταρχική ιδεολογία που έχει σαν στόχο να θέσει το έθνος, το οποίο ορίζει βάσει αποκλειστικών βιολογικών, πολιτιστικών ή και ιστορικών συνθηκών, υπεράνω κάθε άλλης αξίας και να δημιουργήσει μια κινητοποιημένη εθνική κοινότητα. Η θυσία του ανθρώπου για την ανώτερη αυτή έννοια, το καλό της φυλής, αποτελεί τον τελικό στόχο της ιδεολογίας αυτής. Το κύριο σύνθημα των μελανοχιτώνων του Μουσολίνι ήταν: ”vivere pericolosamente” (ζην επικινδύνως!). Οι στρατιώτες του Τάγματος των Ες-Ες περνούσαν δοκιμασίες για να ενταχθούν σε αυτό και έδιναν τον όρκο: «Ορκίζομαι σε σένα, Αδόλφε Χίτλερ, τον αρχηγό. Ορκίζομαι υπακοή μέχρι θανάτου, σε εκείνους που θα ορίσεις αρχηγούς. Είθε να γίνει αυτό με τη βοήθεια του Θεού». Οι Ναζί ήθελαν να φτιάξουν ένα άριστα εκπαιδευμένο ανθρώπινο υπερόπλο της εποχής, που δεν θα είχε ηθικούς φραγμούς. Για τους νέους της Γερμανίας, η συμμετοχή στο σώμα ήταν μεγάλη επιτυχία. Οι βασικές αρχές ήταν η ιδεολογική καθοδήγηση, με χιτλερικά ιδεώδη, καθήκον, πίστη, τιμή, πατρίδα, συναδελφικότητα. Το σύνθημά τους ήταν «να σκορπάς τον θάνατο και να δέχεσαι τον θάνατο». Στη Γαλλία μπήκαν σε εκκλησίες και βεβήλωσαν τα θρησκευτικά σύμβολα, για αυτούς ο Χριστός ήταν «ο γιος μια Ιουδαίας πόρνης». Όταν άρχισαν οι νίκες των συμμαχικών δυνάμεων χιλιάδες μέλη των Ες-Ες έπεσαν νεκροί σε μάχες. Στη μάχη των Φιλιππίνων, στις 20 Οκτωβρίου 1944, εμφανίζονται και οι πρώτοι πιλότοι αυτοκτονίας «καμικάζι» (Ιάπωνες), οι οποίοι θυσιάστηκαν πιστοί στις εντολές των ανωτέρων τους, αφού έλαβαν εντολή να ρίπτονται οι ίδιοι με τα αεροπλάνα τους, γεμάτα εκρηκτικές ύλες, επί των εχθρικών πλοίων.
Ο ναζισμός ή εθνικοσοσιαλισμός στοχεύει στην αντικατάσταση του μισητού (για αυτούς) δημοκρατικού συστήματος με καθεστώς που θα βασίζεται στην αρχή της εθνικής και βιολογικής ενότητας, με επικεφαλής τον Φύρερ. Ο όρος εθνικοσοσιαλισμός χρησιμοποιήθηκε από τους ίδιους τους εθνικοσοσιαλιστές για να χαρακτηρίσουν το κίνημα, ενώ ο όρος ναζισμός, ο οποίος στη Γερμανία χρησιμοποιείται πολύ σπάνια (οι εθνικοσοσιαλιστές δεν τον χρησιμοποιούν καν), προέρχεται από την αγγλική λέξη nazism, η οποία έχει την ρίζα της στην συντόμευση της γερμανικής λέξης nationalsozialismus. Μετά την πτώση του Γ` Ράιχ ο όρος του εθνικοσοσιαλισμού υιοθετήθηκε από την κατοπινή Δυτική Γερμανία, ενώ στην Ανατολική Γερμανία, όπως και στην ΕΣΣΔ καθιερώθηκε ο όρος του φασισμού. Η λέξη Ράιχ σημαίνει βασίλειο ή αυτοκρατορία. Είναι παρμένη από το ιστορικό όνομα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους ( Heiliges Romisches Reich Deutscher Nation ) η οποία υπήρξε από το 962 μέχρι το 1806 και αποτελεί το ''πρώτο Ράιχ''. Ως δεύτερο Ράιχ υπολογίζεται η αυτοκρατορία της εποχής του Otto von Bismarck (Όττο φον Μπίσμαρκ), συμπεριλαμβανομένης και της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης 1918-1933 και ως ''Τρίτο Ράιχ'' από το 1933-1945 σύμφωνα και με την προπαγανδιστική ονομασία των ναζιστών για την περίοδο που ήταν στην εξουσία. Οι Ναζί πέτυχαν την απόλυτη κατάληψη της εξουσίας με τον «εξουσιοδοτικό νόμο», ο οποίος παραχώρησε όλη τη νομοθετική εξουσία στην κυβέρνηση. Είχαμε δηλαδή ενοποίηση της εκτελεστικής με την νομοθετική εξουσία. Έτσι ξεκίνησε το Γ Ράιχ.
🧩 Η ενσάρκωση του φασισμού ως πολιτικό ιεραρχικό σύστημα
Ο φασισμός όταν συγκροτείται ως πολιτικό καθεστώς, συνοδεύεται από ένα πειθαρχικό σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας, το οποίο αξιοποιεί την ιεραρχία, την υπακοή και την κανονικοποίηση της εργασίας για τη δημιουργία μιας μόνιμης μηχανής πολέμου και παραγωγής. Ο φασισμός εκμεταλλεύεται το πειθαρχικό και πυραμιδικό του σύστημα για την δημιουργία μιας πολεμικής μηχανής και μιας εργασιακής σκλαβιάς για την διαιώνιση του. Στο φασιστικό μοντέλο, η εργασία και ο πόλεμος αναγορεύονται σε ιερά καθήκοντα, και ως μορφές απόλυτης αφοσίωσης στο κράτος και στο οικοδόμημα του.
Ο φασισμός δεν αρχίζει με στρατιώτες στους δρόμους· αρχίζει με εργαζόμενους σε γραφεία και εργοστάσια που έχουν πάψει να ρωτούν. Η εγκαθίδρυση του είναι σταδιακή και βασίζεται στη συνεχή, καθημερινή συμμετοχή σε ένα σύστημα που απαιτεί προσφορά χωρίς αμφισβήτηση και πειθαρχία χωρίς ηθικό έλεγχο. Η καταπίεση δεν εμφανίζεται ως έκτακτο γεγονός, αλλά ως μακροπρόθεσμη κανονικότητα. Κάθε εργασία που συμμετέχει στην καταπίεση, ακόμα και αν εκτελείται "καλά", ενισχύει το σύστημα. Ένα φασιστικό σύστημα στο οποίο προτεραιότητα έχει το οικοδόμημα και όχι ο εργάτης που το κατασκευάζει. Σε αυτό το σημείο συναντάται και η μαρξική σκέψη: η εργασία σε φασιστικά μοντέλα, αποσπάται από το νόημα της και μετατρέπεται σε τυφλή δραστηριότητα που υπηρετεί ξένους σκοπούς.Ο Μουσολίνι όρισε τον φασισμό ως συγχώνευση κρατικής και εταιρικής εξουσίας. Αυτή η συγχώνευση παράγει ένα οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο όπου η ατομική πρωτοβουλία περιορίζεται δραστικά και η δημιουργικότητα υποτάσσεται στη γραμμή της εξουσίας. Όπως έχει επισημάνει ο Νόαμ Τσόμσκι, τέτοια συστήματα προσφέρουν μορφές ελευθερίας συγκρίσιμες με εκείνες άλλων αυταρχικών καθεστώτων: τυπικές, περιορισμένες και αυστηρά ελεγχόμενες.Ένα πυραμιδικό -ιεραρχικό φασιστικό μοντέλο στηρίζεται σε τρεις άξονες:
1 Την καπήλευση της εργασίας
Το φασιστικό μοντέλο δεν καταργεί την αξία της εργασίας· την μυθοποιεί και την χειραγωγεί. Αποσπά τη δουλειά από το προσωπικό της νόημα και την αναγορεύει σε απόλυτο Ιερό καθήκον. Δεν επιδιώκει δημιουργούς ή ανθρώπους που ενσωματώνουν τον εαυτό τους στο έργο τους, αλλά λειτουργούς μιας απρόσωπης μηχανής.
Η προπαγάνδα του φασισμού αποσπά τη δουλειά από το προσωπικό της νόημα, τη μετατρέποντας σε απόλυτο καθήκον. Δεν θέλει καλλιτέχνες που βάζουν «ένα κομμάτι από τον εαυτό τους» στην εργασία τους - θέλει τεχνίτες μιας γιγαντιαίας μηχανής. Όπως εξηγεί η Χάνα Άρεντ, αυτά τα καθεστώτα βασίζονται στην «ακραία περιφρόνηση για τα γεγονότα» και στην ικανότητα να προσαρμόζουν την πραγματικότητα στα ψέματά τους. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η εργασία δεν υπηρετεί τον άνθρωπο - ο άνθρωπος υπηρετεί την εργασία ως ιερό τελετουργικό υπακοής.
Όπως ανέλυσε η Χάνα Άρεντ, τα ολοκληρωτικά συστήματα χαρακτηρίζονται από περιφρόνηση προς τα γεγονότα και από την ικανότητα να αναπλάθουν την πραγματικότητα σύμφωνα με τις ιδεολογικές τους ανάγκες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εργασία παύει να υπηρετεί τον άνθρωπο· ο άνθρωπος υπηρετεί την εργασία ως τελετουργία υπακοής, ως απόδειξη πίστης στο σύστημα.
Η ατομική πρωτοβουλία σβήνει, η δημιουργικότητα υποτάσσεται στην Ιεραρχία και ο άνθρωπος υποχρεώνεται να δουλεύει χωρίς να έχει την χαρά της δημιουργίας και την απολαβή ουσιαστικού ανταλλάγματος από το δημιούργημα του. Ο άνθρωπος εργάζεται χωρίς να απολαμβάνει ούτε τη χαρά της δημιουργίας ούτε το ουσιαστικό αντίκρισμα του έργου του. Μετατρέπεται σε εργαλείο ενός συστήματος στο οποίο δεν συμμετέχει κριτικά ούτε αποφασιστικά. Η εργασία παύει να είναι πράξη ζωής και μετατρέπεται σε κανονικοποιημένη μορφή σκλαβιάς.
2. Την καπήλευση του πολέμου ως αναγκαία θυσία για το καλό του φασιστικού συστήματος
1 Την καπήλευση της εργασίας
Το φασιστικό μοντέλο δεν καταργεί την αξία της εργασίας· την μυθοποιεί και την χειραγωγεί. Αποσπά τη δουλειά από το προσωπικό της νόημα και την αναγορεύει σε απόλυτο Ιερό καθήκον. Δεν επιδιώκει δημιουργούς ή ανθρώπους που ενσωματώνουν τον εαυτό τους στο έργο τους, αλλά λειτουργούς μιας απρόσωπης μηχανής.
Η προπαγάνδα του φασισμού αποσπά τη δουλειά από το προσωπικό της νόημα, τη μετατρέποντας σε απόλυτο καθήκον. Δεν θέλει καλλιτέχνες που βάζουν «ένα κομμάτι από τον εαυτό τους» στην εργασία τους - θέλει τεχνίτες μιας γιγαντιαίας μηχανής. Όπως εξηγεί η Χάνα Άρεντ, αυτά τα καθεστώτα βασίζονται στην «ακραία περιφρόνηση για τα γεγονότα» και στην ικανότητα να προσαρμόζουν την πραγματικότητα στα ψέματά τους. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η εργασία δεν υπηρετεί τον άνθρωπο - ο άνθρωπος υπηρετεί την εργασία ως ιερό τελετουργικό υπακοής.
Όπως ανέλυσε η Χάνα Άρεντ, τα ολοκληρωτικά συστήματα χαρακτηρίζονται από περιφρόνηση προς τα γεγονότα και από την ικανότητα να αναπλάθουν την πραγματικότητα σύμφωνα με τις ιδεολογικές τους ανάγκες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εργασία παύει να υπηρετεί τον άνθρωπο· ο άνθρωπος υπηρετεί την εργασία ως τελετουργία υπακοής, ως απόδειξη πίστης στο σύστημα.
Η ατομική πρωτοβουλία σβήνει, η δημιουργικότητα υποτάσσεται στην Ιεραρχία και ο άνθρωπος υποχρεώνεται να δουλεύει χωρίς να έχει την χαρά της δημιουργίας και την απολαβή ουσιαστικού ανταλλάγματος από το δημιούργημα του. Ο άνθρωπος εργάζεται χωρίς να απολαμβάνει ούτε τη χαρά της δημιουργίας ούτε το ουσιαστικό αντίκρισμα του έργου του. Μετατρέπεται σε εργαλείο ενός συστήματος στο οποίο δεν συμμετέχει κριτικά ούτε αποφασιστικά. Η εργασία παύει να είναι πράξη ζωής και μετατρέπεται σε κανονικοποιημένη μορφή σκλαβιάς.
Στο φασιστικό μοντέλο, ο πόλεμος δεν παρουσιάζεται ως αποτυχία της πολιτικής ή ως τραγωδία, αλλά ως ηθική αναγκαιότητα και υπέρτατη πράξη συλλογικής αρετής. Η ανθρώπινη θυσία εξαγνίζεται ιδεολογικά και μετατρέπεται σε χρέος απέναντι στο κράτος, στο έθνος ή σε μια υποτιθέμενη ιστορική αποστολή. Ο θάνατος παύει να είναι απώλεια και αναγορεύεται σε επένδυση για τη διατήρηση και την αναπαραγωγή του ίδιου του συστήματος.
Ο φασισμός δεν ζητά απλώς σώματα για τα μέτωπα· ζητά την εσωτερίκευση της θυσίας ως αυτονόητης. Ο πόλεμος παρουσιάζεται ως φυσική κατάσταση, ως μέσο ανανέωσης και πειθαρχίας της κοινωνίας, ως εργαλείο εξάλειψης της αμφιβολίας και της εσωτερικής αντίστασης. Μέσα από τη διαρκή απειλή και την καλλιέργεια του φόβου, η κοινωνία μαθαίνει να αποδέχεται τη βία όχι μόνο ως αναπόφευκτη, αλλά ως αναγκαία για τη «σωτηρία» της.
Με αυτόν τον τρόπο, ο πόλεμος λειτουργεί συμπληρωματικά προς την εργασιακή σκλαβιά: όπως η εργασία απογυμνώνεται από το νόημα της και μετατρέπεται σε τελετουργία υπακοής, έτσι και η ανθρώπινη ζωή αποσπάται από την αξία της και μετατρέπεται σε αναλώσιμο υλικό για τη διατήρηση του φασιστικού οικοδομήματος. Η θυσία δεν γίνεται για τον άνθρωπο ή την κοινωνία, αλλά για το ίδιο το σύστημα που χρειάζεται διαρκώς εχθρούς, θύματα και αίμα προκειμένου να νομιμοποιεί την ύπαρξη του.
Στο φασιστικό μοντέλο, ο πόλεμος δεν παρουσιάζεται ως αποτυχία της πολιτικής ή ως τραγωδία, αλλά ως ηθική αναγκαιότητα και υπέρτατη πράξη συλλογικής αρετής. Η ανθρώπινη θυσία εξαγνίζεται ιδεολογικά και μετατρέπεται σε χρέος απέναντι στο κράτος, στο έθνος ή σε μια υποτιθέμενη ιστορική αποστολή. Ο θάνατος παύει να είναι απώλεια και αναγορεύεται σε επένδυση για τη διατήρηση και την αναπαραγωγή του ίδιου του συστήματος.
Ο φασισμός δεν ζητά απλώς σώματα για τα μέτωπα· ζητά την εσωτερίκευση της θυσίας ως αυτονόητης. Ο πόλεμος παρουσιάζεται ως φυσική κατάσταση, ως μέσο ανανέωσης και πειθαρχίας της κοινωνίας, ως εργαλείο εξάλειψης της αμφιβολίας και της εσωτερικής αντίστασης. Μέσα από τη διαρκή απειλή και την καλλιέργεια του φόβου, η κοινωνία μαθαίνει να αποδέχεται τη βία όχι μόνο ως αναπόφευκτη, αλλά ως αναγκαία για τη «σωτηρία» της.
Με αυτόν τον τρόπο, ο πόλεμος λειτουργεί συμπληρωματικά προς την εργασιακή σκλαβιά: όπως η εργασία απογυμνώνεται από το νόημα της και μετατρέπεται σε τελετουργία υπακοής, έτσι και η ανθρώπινη ζωή αποσπάται από την αξία της και μετατρέπεται σε αναλώσιμο υλικό για τη διατήρηση του φασιστικού οικοδομήματος. Η θυσία δεν γίνεται για τον άνθρωπο ή την κοινωνία, αλλά για το ίδιο το σύστημα που χρειάζεται διαρκώς εχθρούς, θύματα και αίμα προκειμένου να νομιμοποιεί την ύπαρξη του.
3. Την καπήλευση της επιστήμης
3. Την καπήλευση της επιστήμης
Τα φασιστικά μοντέλα δεν απορρίπτουν την επιστήμη· την καπηλεύονται. Τη διατηρούν όχι ως πεδίο αμφισβήτησης, ελέγχου και αναθεώρησης, αλλά ως εργαλείο νομιμοποίησης της εξουσίας. Η επιστημονική γνώση αποσπάται από τη μεθοδολογική της βάση και μετατρέπεται σε τεχνοκρατικό δόγμα, στο οποίο επιτρέπεται μόνο ό,τι ενισχύει το κυρίαρχο αφήγημα. Η αμφιβολία, που αποτελεί θεμέλιο της επιστημονικής διαδικασίας, παρουσιάζεται ως απειλή, ενώ η κριτική σκέψη ταυτίζεται με την υπονόμευση της τάξης και της ασφάλειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστήμη παύει να υπηρετεί την αναζήτηση της αλήθειας και μετατρέπεται σε μηχανισμό πειθαρχίας. Στατιστικά δεδομένα, τεχνολογικά επιτεύγματα και ειδικοί τίτλοι επιστρατεύονται για να επιβάλουν πολιτικές αποφάσεις ως «αναπόφευκτες», αποκλείοντας τον δημόσιο διάλογο και την ηθική αποτίμηση. Η εξουσία δεν ζητά κατανόηση, αλλά συμμόρφωση· όχι γνώση, αλλά πίστη σε μια αυθεντία που αυτοπαρουσιάζεται ως επιστημονικά αδιαμφισβήτητη.
Έτσι, η επιστήμη μετατρέπεται σε ιδεολογικό όπλο: όχι για την απελευθέρωση του ανθρώπου, αλλά για την ορθολογικοποίηση της καταπίεσης. Όταν η επιστήμη αποκόπτεται από την κοινωνία και τίθεται αποκλειστικά στην υπηρεσία της εξουσίας, παύει να λειτουργεί ως δύναμη χειραφέτησης και γίνεται μέρος του ίδιου φασιστικού μηχανισμού που αξιώνει υπακοή, θυσία και σιωπή.
Τα φασιστικά μοντέλα δεν απορρίπτουν την επιστήμη· την καπηλεύονται. Τη διατηρούν όχι ως πεδίο αμφισβήτησης, ελέγχου και αναθεώρησης, αλλά ως εργαλείο νομιμοποίησης της εξουσίας. Η επιστημονική γνώση αποσπάται από τη μεθοδολογική της βάση και μετατρέπεται σε τεχνοκρατικό δόγμα, στο οποίο επιτρέπεται μόνο ό,τι ενισχύει το κυρίαρχο αφήγημα. Η αμφιβολία, που αποτελεί θεμέλιο της επιστημονικής διαδικασίας, παρουσιάζεται ως απειλή, ενώ η κριτική σκέψη ταυτίζεται με την υπονόμευση της τάξης και της ασφάλειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστήμη παύει να υπηρετεί την αναζήτηση της αλήθειας και μετατρέπεται σε μηχανισμό πειθαρχίας. Στατιστικά δεδομένα, τεχνολογικά επιτεύγματα και ειδικοί τίτλοι επιστρατεύονται για να επιβάλουν πολιτικές αποφάσεις ως «αναπόφευκτες», αποκλείοντας τον δημόσιο διάλογο και την ηθική αποτίμηση. Η εξουσία δεν ζητά κατανόηση, αλλά συμμόρφωση· όχι γνώση, αλλά πίστη σε μια αυθεντία που αυτοπαρουσιάζεται ως επιστημονικά αδιαμφισβήτητη.
Έτσι, η επιστήμη μετατρέπεται σε ιδεολογικό όπλο: όχι για την απελευθέρωση του ανθρώπου, αλλά για την ορθολογικοποίηση της καταπίεσης. Όταν η επιστήμη αποκόπτεται από την κοινωνία και τίθεται αποκλειστικά στην υπηρεσία της εξουσίας, παύει να λειτουργεί ως δύναμη χειραφέτησης και γίνεται μέρος του ίδιου φασιστικού μηχανισμού που αξιώνει υπακοή, θυσία και σιωπή.
🧩 Όταν η Ασφάλεια Καταπίνει την Ελευθερία γεννάει το φασιστικού μοντέλο μέσα από μηχανισμούς ειρήνης
Στη συλλογική φαντασία, ο φασισμός εμφανίζεται συνήθως ως μια βίαιη ρήξη: ένα πραξικόπημα, μια κατάλυση θεσμών, μια ωμή επιβολή δύναμης. Ωστόσο, η ιστορική και φιλοσοφική ανάλυση δείχνει ότι οι αυταρχικές μορφές εξουσίας σπανίως γεννιούνται από το χάος. Αντιθέτως, αναδύονται συχνά από την υπερβολική οργάνωση, από τη συστηματική ενίσχυση εκείνων ακριβώς των μηχανισμών που δημιουργήθηκαν για να διασφαλίσουν την ειρήνη, τη σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή.
Η μετάβαση δεν είναι απότομη. Είναι σταδιακή, σχεδόν αόρατη. Οι μηχανισμοί ασφάλειας —νομικοί, διοικητικοί, αστυνομικοί, γραφειοκρατικοί— αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη ισχύ, έως ότου παύουν να λειτουργούν ως μέσα και μετατρέπονται σε αυτοσκοπό. Σε αυτό το σημείο, η ελευθερία δεν καταργείται τυπικά· περιορίζεται λειτουργικά, στο όνομα της προστασίας της.
Ήδη από τον 18ο αιώνα, ο Μπέντζαμιν Φραγκλίνος διατύπωσε με εντυπωσιακή σαφήνεια αυτό το δίλημμα, όταν προειδοποίησε ότι όποιος θυσιάζει την ουσιαστική ελευθερία για πρόσκαιρη ασφάλεια κινδυνεύει να χάσει και τα δύο. Η φράση αυτή υποδηλώνει ότι η ασφάλεια, σε μια φασιστική κοινωνία, μετατρέπεται σε εργαλείο της εξουσίας με σκοπό την διασφάλισης και διαιώνιση του φασιστικού μοντέλου.
Στον 20ό αιώνα, ο Φρίντριχ Χάγιεκ ανέλυσε αυτή τη διαδικασία σε συστημικό επίπεδο. Στο έργο του Ο Δρόμος προς τη Δουλεία, υποστήριξε ότι η υπερσυγκέντρωση εξουσίας, ακόμη και όταν δικαιολογείται από αγαθές προθέσεις —όπως η κοινωνική προστασία ή η οικονομική σταθερότητα— παράγει αναπόφευκτα αυταρχικές δομές. Για τον Χάγιεκ, ο ολοκληρωτισμός δεν είναι ιστορική ανωμαλία, αλλά λογική κατάληξη μιας κοινωνίας που ανταλλάσσει την ελευθερία της με την υπόσχεση πλήρους ασφάλειας.
Η Χάνα Άρεντ προχώρησε βαθύτερα, εξετάζοντας όχι μόνο τους θεσμούς, αλλά και τη νοοτροπία που τους στηρίζει. Στην ανάλυσή της για τον ολοκληρωτισμό, έδειξε ότι το κακό δεν χρειάζεται να εμφανίζεται ως βαρβαρότητα· μπορεί να παρουσιαστεί ως καθήκον, ως διοικητική αναγκαιότητα, ως «ορθολογική» απάντηση σε μια απειλή. Όταν οι μηχανισμοί ασφάλειας λειτουργούν απρόσωπα και αυτοματοποιημένα, η ευθύνη διαχέεται και η καταστολή αποκτά χαρακτήρα κανονικότητας.
Σε αυτή τη γραμμή σκέψης εντάσσεται και ο Μισέλ Φουκώ, ο οποίος ανέλυσε τη μετάβαση από την κατασταλτική εξουσία στη ρυθμιστική εξουσία. Στη σύγχρονη εποχή, η εξουσία δεν περιορίζεται στο να απαγορεύει ή να τιμωρεί· οργανώνει, ταξινομεί, προβλέπει και διαχειρίζεται τη ζωή των πληθυσμών. Η ασφάλεια γίνεται τεχνική διακυβέρνησης, όχι προσωρινό μέτρο. Όσο πιο αποτελεσματική παρουσιάζεται, τόσο λιγότερο αμφισβητείται.
Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν έδωσε ίσως την πιο αιχμηρή διατύπωση αυτής της εξέλιξης με την έννοια της «κατάστασης εξαίρεσης». Όταν τα έκτακτα μέτρα λαμβάνονται για να αντιμετωπιστεί ένας κίνδυνος, αλλά δεν αίρονται ποτέ, τότε η εξαίρεση παύει να είναι προσωρινή και μετατρέπεται σε κανόνα. Η δημοκρατία εξακολουθεί να υπάρχει τυπικά, αλλά λειτουργεί μέσα σε ένα μόνιμο καθεστώς φόβου και επιτήρησης. Εκεί ακριβώς διαμορφώνεται το έδαφος του σύγχρονου αυταρχισμού.
Το φασιστικό μοντέλο, υπό αυτό το πρίσμα, δεν συγκροτείται εναντίον της ειρήνης, αλλά στο όνομά της. Δεν απορρίπτει την τάξη, αλλά την απολυτοποιεί. Δεν καταργεί ευθέως την ελευθερία, αλλά την αναστέλλει επ’ αόριστον, μέχρι να «εξαλειφθεί ο κίνδυνος». Και επειδή ο κίνδυνος μπορεί πάντα να επαναπροσδιοριστεί, η αναστολή γίνεται μόνιμη.
Η μεγάλη πλάνη είναι ότι περισσότερη ασφάλεια ισοδυναμεί αυτομάτως με περισσότερη προστασία του ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, όταν οι μηχανισμοί ασφάλειας αποσπώνται από τον δημοκρατικό έλεγχο και την ηθική ευθύνη, στρέφονται εναντίον εκείνου που υποτίθεται ότι υπηρετούν. Η ελευθερία δεν χάνεται σε μια στιγμή· διαβρώνεται αργά, στο όνομα της φροντίδας.
Η διαμόρφωση της σκέψης και της γλώσσας ως μηχανισμός ελέγχου
Η διαχείριση της ιστορίας και της πραγματικότητας· Το Υπουργείο Αλήθειας και το «Διπλό Σκέψου» (1984): Ο Όργουελ εστιάζει στην ασφάλεια της αφήγησης ως θεμελιώδες δόγμα. Η ελεγχόμενη τροποποίηση της ιστορίας, η δημιουργία συνεχών εχθρών και το «διπλό σκέψιμο» (η ικανότητα να κρατάς ταυτόχρονα δύο αντιφατικές πεποιθήσεις) εξαλείφουν την αντικειμενική πραγματικότητα. Δημιουργείται ένας κοινωνικός εργαλειοποιημένος φόβος και μια μόνιμη «κατάσταση εξαίρεσης», που ηχογραφείται στη φράση «Ο Πόλεμος είναι Ειρήνη· η Ελευθερία είναι Σκλαβιά· η Άγνοια είναι Δύναμη». Η πραγματικότητα γίνεται πλαστική, υπό την αποκλειστική διαχείριση του Κράτους. Η καθημερινή επιτήρηση και η εσωτερικοποίηση της πειθαρχίας
· Η υποβάθμιση της ανθρώπινης σχέσης και του ατόμου· Ο κατακερματισμός της εμπιστοσύνης και της οικογένειας (1984): Η επιτήρηση καταστρέφει το προσωπικό διάλογο και τις σχέσεις. Ο Ογκούστ και η Τζούλια, ακόμη και η αγάπη τους, εξαρτώνται από το Κράτος. Η οικογένεια, που παραδοσιακά ήταν ιδιωτικός χώρος, γίνεται επέκταση του μηχανισμού επιτήρησης. Αυτό αποτελεί ψυχολογική βάση της κοινωνίας ελέγχου, όπου η ατομική εμπιστοσύνη παραμερίζεται λόγω του φόβου.
Η διείσδυση της προπαγάνδας στην καθημερινή ζωή (Το Κτηνοπολείο): Η απόσπαση της ελευθερίας ξεκινά με συγκεκριμένες, υψηλές ιδέες (π.χ., «Όλα τα ζώα είναι ίσα»). Ο Όργουελ δείχνει πώς αυτές οι αρχές κατσιβωλίζονται σταδιακά μέσω προπαγάνδας και διαστρέβλωσης της γλώσσας (π.χ., «Όλα τα ζώα είναι ίσα, αλλά μερικά είναι πιο ίσα από άλλα»). Αυτή η διαδικασία αποτυπώνει την ολισθηρή σταδιοδρομία που περιγράφετε: η αρχική «ασφάλεια» και τάξη του νέου καθεστώτος ενισχύεται με λόγια που αργότερα καλλιεργούν την ανισότητα και την τυραννία.
Στην φιλοσοφία της φασιστικής εξουσίας, ο Όργουελ προσθέτει την ψυχολογική, γλωσσική και καθημερινή διάσταση, δείχνοντας πώς αυτή η εξουσία βιώνεται στο επίπεδο του ατόμου και της κοινωνίας. Ο Όργουελ δείχνει ότι ο φασισμός δεν είναι μόνο θεσμικό φαινόμενο, αλλά συναισθηματικό και γλωσσικό. Οι άνθρωποι μπορούν να προσαρμοστούν σε τυραννικές καταστάσεις όταν οι μηχανισμοί της επαναγωγής και της ενδοσκόπησης λειτουργούν αποτελεσματικά. Η Νεογλώσσα και η Καταστολή της Σκέψης (1984): Η Νεογλώσσα (Newspeak) στον Όργουελ, κυρίως στο "1984", είναι μια τεχνητή γλώσσα που δημιουργήθηκε από το ολοκληρωτικό καθεστώς για να περιορίσει τη σκέψη, αφαιρώντας λέξεις που εκφράζουν αντικαθεστωτικές ή ανεξάρτητες ιδέες, καθιστώντας αδύνατη την αμφισβήτηση της επίσημης ιδεολογίας μέσω της γλώσσας και ελέγχοντας έτσι την πραγματικότητα και τη συνείδηση των πολιτών. Έτσι ο Όργουελ πραγματεύεται τον πιο εκλεπτυσμένο μηχανισμό καταστολής. Στόχος της «Νεογλώσσας» δεν είναι να εκφράσει σκέψεις, αλλά να τις καταστείλει και να τις εξαλείψει. Με τη μείωση του λεξιλογίου και της γραμματικής, σκόπευε να κάνει αδύνατη την ανθρωπιστική, επαναστατική ή απλώς διαφορετική σκέψη. Είναι η τελική έννοια του μηχανισμού ασφάλειας που αναλύετε: αντί να απαγορεύσει έννοιες, τις εξαφανίζει. Η ελευθερία δεν χάνεται μόνο μέσω περιορισμών, αλλά μέσω της εξαθλίωσης της γλώσσας. Αυτό ακριβώς είναι ο σκοπός της χειραγωγημένης Νεογλώσσας στον κόσμο του Όργουελ: ένας μηχανισμός που αρχικά υποτίθεται ότι εξυπηρετούσε την επικοινωνία, αναδεικνύεται σε εργαλείο πλήρους νοηματικής φτωχοποίησης και σκλαβιάς της σκέψης. Μέσω γλωσσικού εκφυλισμού και παραποιημένης πραγματικότητας, τα ατομικά όντα συνειδητά συμμετέχουν στη δική τους υποταγή.
Αν και ο Όργουελ δείχνει το αδίστακτο του φασιστικού μοντέλου παρουσιάζει και τον ηρωισμό και την ειλικρίνεια ως αντίσταση του ατόμου που προσπαθεί να διατηρήσει τη προσωπική ακεραιότητα. Αυτή η προσπάθεια είναι ουσιαστική, ακόμη και όταν καταστέλλεται. Το άτομο ως τελευταίο εμπόδιο είναι το αντίθετο της φασιστικής υπερ-οργάνωσης. Ο ευσυνείδητος πολίτης καλείται τελικά να αντισταθεί στους μηχανισμούς που εδραιώνουν την ειρήνη, την τάξη και την ασφάλεια καταστρέφουν όμως την ελευθερία. Η μόνη αντίσταση είναι η δυνατότητα να διατηρούμε κριτική σκέψη, η υπεράσπιση της γλώσσας, της προσωπικής αλήθειας και της εμπιστοσύνης ανθρώπων. Τελικά το φασιστικό μοντέλο δεν εκδηλώνεται μόνο με συμβολισμούς και αφηγήματα αλλά και μέσω πρωτοκόλλων που προπαγανδίζονται με μεθοδεύσεις από τους δημιουργούς αυτής της ιδεολογίας και όπως είναι φυσικό τα πρωτόκολλα αυτά δεν είναι καταγεγραμμένα ποτέ στην γλώσσα της ωμής αλήθειας αλλά είναι μυστικά και η ανάγκη συνειδητοποίησης τους, μεγάλη. Έτσι το φασιστικό μοντέλο ακόμα και σε περιόδους ειρήνης οδηγεί σε πλήρη υποταγή, όχι μόνο μέσω εξωτερικών περιορισμών, αλλά και μέσω εσωτερικής συναισθηματικής και διανοητικής διαμόρφωσης.
Η μετάβαση δεν είναι απότομη. Είναι σταδιακή, σχεδόν αόρατη. Οι μηχανισμοί ασφάλειας —νομικοί, διοικητικοί, αστυνομικοί, γραφειοκρατικοί— αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη ισχύ, έως ότου παύουν να λειτουργούν ως μέσα και μετατρέπονται σε αυτοσκοπό. Σε αυτό το σημείο, η ελευθερία δεν καταργείται τυπικά· περιορίζεται λειτουργικά, στο όνομα της προστασίας της.
Ήδη από τον 18ο αιώνα, ο Μπέντζαμιν Φραγκλίνος διατύπωσε με εντυπωσιακή σαφήνεια αυτό το δίλημμα, όταν προειδοποίησε ότι όποιος θυσιάζει την ουσιαστική ελευθερία για πρόσκαιρη ασφάλεια κινδυνεύει να χάσει και τα δύο. Η φράση αυτή υποδηλώνει ότι η ασφάλεια, σε μια φασιστική κοινωνία, μετατρέπεται σε εργαλείο της εξουσίας με σκοπό την διασφάλισης και διαιώνιση του φασιστικού μοντέλου.
Στον 20ό αιώνα, ο Φρίντριχ Χάγιεκ ανέλυσε αυτή τη διαδικασία σε συστημικό επίπεδο. Στο έργο του Ο Δρόμος προς τη Δουλεία, υποστήριξε ότι η υπερσυγκέντρωση εξουσίας, ακόμη και όταν δικαιολογείται από αγαθές προθέσεις —όπως η κοινωνική προστασία ή η οικονομική σταθερότητα— παράγει αναπόφευκτα αυταρχικές δομές. Για τον Χάγιεκ, ο ολοκληρωτισμός δεν είναι ιστορική ανωμαλία, αλλά λογική κατάληξη μιας κοινωνίας που ανταλλάσσει την ελευθερία της με την υπόσχεση πλήρους ασφάλειας.
Η Χάνα Άρεντ προχώρησε βαθύτερα, εξετάζοντας όχι μόνο τους θεσμούς, αλλά και τη νοοτροπία που τους στηρίζει. Στην ανάλυσή της για τον ολοκληρωτισμό, έδειξε ότι το κακό δεν χρειάζεται να εμφανίζεται ως βαρβαρότητα· μπορεί να παρουσιαστεί ως καθήκον, ως διοικητική αναγκαιότητα, ως «ορθολογική» απάντηση σε μια απειλή. Όταν οι μηχανισμοί ασφάλειας λειτουργούν απρόσωπα και αυτοματοποιημένα, η ευθύνη διαχέεται και η καταστολή αποκτά χαρακτήρα κανονικότητας.
Σε αυτή τη γραμμή σκέψης εντάσσεται και ο Μισέλ Φουκώ, ο οποίος ανέλυσε τη μετάβαση από την κατασταλτική εξουσία στη ρυθμιστική εξουσία. Στη σύγχρονη εποχή, η εξουσία δεν περιορίζεται στο να απαγορεύει ή να τιμωρεί· οργανώνει, ταξινομεί, προβλέπει και διαχειρίζεται τη ζωή των πληθυσμών. Η ασφάλεια γίνεται τεχνική διακυβέρνησης, όχι προσωρινό μέτρο. Όσο πιο αποτελεσματική παρουσιάζεται, τόσο λιγότερο αμφισβητείται.
Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν έδωσε ίσως την πιο αιχμηρή διατύπωση αυτής της εξέλιξης με την έννοια της «κατάστασης εξαίρεσης». Όταν τα έκτακτα μέτρα λαμβάνονται για να αντιμετωπιστεί ένας κίνδυνος, αλλά δεν αίρονται ποτέ, τότε η εξαίρεση παύει να είναι προσωρινή και μετατρέπεται σε κανόνα. Η δημοκρατία εξακολουθεί να υπάρχει τυπικά, αλλά λειτουργεί μέσα σε ένα μόνιμο καθεστώς φόβου και επιτήρησης. Εκεί ακριβώς διαμορφώνεται το έδαφος του σύγχρονου αυταρχισμού.
Το φασιστικό μοντέλο, υπό αυτό το πρίσμα, δεν συγκροτείται εναντίον της ειρήνης, αλλά στο όνομά της. Δεν απορρίπτει την τάξη, αλλά την απολυτοποιεί. Δεν καταργεί ευθέως την ελευθερία, αλλά την αναστέλλει επ’ αόριστον, μέχρι να «εξαλειφθεί ο κίνδυνος». Και επειδή ο κίνδυνος μπορεί πάντα να επαναπροσδιοριστεί, η αναστολή γίνεται μόνιμη.
Η μεγάλη πλάνη είναι ότι περισσότερη ασφάλεια ισοδυναμεί αυτομάτως με περισσότερη προστασία του ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, όταν οι μηχανισμοί ασφάλειας αποσπώνται από τον δημοκρατικό έλεγχο και την ηθική ευθύνη, στρέφονται εναντίον εκείνου που υποτίθεται ότι υπηρετούν. Η ελευθερία δεν χάνεται σε μια στιγμή· διαβρώνεται αργά, στο όνομα της φροντίδας.
Η διαμόρφωση της σκέψης και της γλώσσας ως μηχανισμός ελέγχου
🧩 Ο Φασισμός και η νοοτροπία της υπακοής
Albert Camus
«Ο τύραννος δεν φοβάται τόσο τον εχθρό του όσο τον άνθρωπο που σκέφτεται.»
«Κάθε μορφή περιφρόνησης, αν παγιωθεί στην πολιτική, προετοιμάζει ή θεμελιώνει τον φασισμό.»
(L’Homme révolté)
🔎 Η σκέψη είναι πράξη αντίστασης.
«Ο τύραννος δεν φοβάται τόσο τον εχθρό του όσο τον άνθρωπο που σκέφτεται.»
«Κάθε μορφή περιφρόνησης, αν παγιωθεί στην πολιτική, προετοιμάζει ή θεμελιώνει τον φασισμό.»
(L’Homme révolté)
🔎 Η σκέψη είναι πράξη αντίστασης.
Michel Foucault
«Η εξουσία φοβάται πάντα τη γνώση που δεν ελέγχει.»
«Όπου υπάρχει εξουσία, υπάρχει αντίσταση.»
(History of Sexuality)
🔎 Το ερώτημα παράγει γνώση εκτός ελέγχου.
«Η εξουσία φοβάται πάντα τη γνώση που δεν ελέγχει.»
«Όπου υπάρχει εξουσία, υπάρχει αντίσταση.»
(History of Sexuality)
🔎 Το ερώτημα παράγει γνώση εκτός ελέγχου.
Simone Weil
«Η σκέψη είναι επικίνδυνη, γιατί δεν υπακούει.»
Το ολοκληρωτικό καθεστώς του Μεγάλου Αδελφού, παρακολουθώντας συνεχώς τους πάντες και τα πάντα μέσα από αμέτρητες διαδραστικές τηλεοθόνες, ασκεί τον απόλυτο έλεγχο στις πράξεις και τις συνειδήσεις. Όλα προσαρμόζονται στη μία και μοναδική αλήθεια, αυτή που πρεσβεύει το Κόμμα, ο μόνος αλάθητος μηχανισμός, του οποίου προσωποποίηση είναι ο Μεγάλος Αδελφός. Όλα, ακόμα και η ιστορία που αφορά το το παρελθόν: όποιος ελέγχει το παρελθόν ελέγχει το μέλλον, και όποιος ελέγχει το παρόν ελέγχει το παρελθόν. Το έγκλημα της σκέψης είναι θανάσιμο αμάρτημα. Γι' αυτό πρέπει να εξαλειφθεί οτιδήποτε οδηγεί στη διάπραξή του: ελευθερία, γλώσσα, ανθρώπινα αισθήματα. Και όποιος υποπέσει σε έγκλημα σκέψης, πρέπει να οδηγηθεί στον θάνατο αναμορφωμένος: θα πεθάνει αγαπώντας τον Μεγάλο Αδελφό. Όταν ο Όργουελ έγραφε το βιβλίο του, το 1984 ήταν μέλλον. Σήμερα είναι παρελθόν. Αλλά, μετά από το έργο αυτό, το πραγματικό 1984 θα είναι πάντα μια χρονιά του μέλλοντος, η πρώτη του ζοφερού μιλένιουμ που απειλεί την ανθρώπινη ιστορία. Ένα από τα μεγαλύτερα βιβλία του εικοστού αιώνα, το "1984" διαβάστηκε σαν μανιφέστο και θαυμάστηκε σαν προφητεία. Η εφιαλτική του αλήθεια για το κράτος της θανατερής τρομοκρατίας απέχει μόλις ένα βήμα από το να γίνει πραγματικότητα: ήδη ο Μεγάλος Αδελφός μάς βλέπει. Η συνεχής παρακολούθηση μετατρέπει την εξωτερική πειθαρχία σε εσωτερικό συναίσθημα ενοχής και αυτολογοκρισίας. Αυτό συνδέεται άμεσα με την ανάλυση του Φουκώ για τη ρυθμιστική δύναμη, η οποία οργανώνει τη ζωή και δεν απαγορεύει. Η ελευθερία δεν καταπατάται μόνο μετά—βρίσκεται υπό συνεχή, ενδοσκοπική υποψία.
Κοινός παρονομαστής κάθε φασιστικής μορφής είναι η καταστολή του ερωτήματος «γιατί». Η εξουσία δεν αρκείται στην υπακοή· απαιτεί την εσωτερίκευση της. Ο Θόρω είχε ήδη επισημάνει ότι οι κοινωνίες μπορούν να απαιτούν σκληρή εργασία και πειθαρχία, αποτρέποντας ταυτόχρονα κάθε ηθική διερεύνηση του σκοπού τους.
Όταν ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρω έγραφε: «σου λένε να δουλεύεις σκληρά αλλά ποτέ να μην ρωτάς το γιατί», περιέγραφε ακριβώς το μηχανισμό που μετατρέπει ελεύθερους πολίτες σε εργαλειοποιημένους υπηρέτες μιας κακόβουλης ιδεολογίας. Ο Μαρξ επεκτείνει αυτή τη σκέψη: «οι ερωτήσεις δεν χτίζουν αυτοκρατορίες - μόνο οι σκλάβοι το κάνουν». Η συνένωση αυτών των δύο ρητών αποκαλύπτει τον βαθύτερο σκοπό του φασιστικού μηχανισμού: να μεταμορφώσει την ανθρώπινη εργασία σε τυφλή υπηρεσία χωρίς σκοπό, σημασία ή ηθικό πλαίσιο.
Η ουσία του φασιστικού μηχανισμού δεν βρίσκεται απλώς στη βία, αλλά στη μετατροπή της ανθρώπινης εργασίας σε άκριτη υπηρεσία, αποκομμένη από ηθικό, κοινωνικό ή υπαρξιακό πλαίσιο. Η σκέψη καθίσταται περιττή· η υπακοή επαρκεί.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η σκέψη του Χένρι Ντέιβιντ Θόρω, ο οποίος στη Πολιτική Ανυπακοή υποστήριξε ότι όταν ο νόμος μετατρέπει τον πολίτη σε όργανο αδικίας απέναντι σε άλλους, τότε η υπακοή παύει να είναι αρετή. Η εργασία που συμμετέχει στην καταπίεση —ακόμη και όταν εκτελείται άρτια και «αποτελεσματικά»— ενισχύει το ίδιο το σύστημα που την παράγει. Στον φασισμό, προτεραιότητα δεν έχει ο άνθρωπος που εργάζεται, αλλά το οικοδόμημα που χτίζεται εις βάρος του.
Η σκέψη, για την Άρεντ, δεν είναι θεωρητική πολυτέλεια. Είναι η εσωτερική συνομιλία του ανθρώπου με τον εαυτό του – ο μόνος χώρος όπου μπορεί να τεθεί το όριο ανάμεσα στο επιτρεπτό και το ανεπίτρεπτο. Όταν αυτή η συνομιλία σιωπά, τότε ο άνθρωπος καθίσταται ικανός για τα πάντα, όχι επειδή είναι κακός, αλλά επειδή έπαψε να κρίνει.
Ο Άχρονος Φασισμός αξιοποιεί ακριβώς αυτή τη σιωπή. Την καλύπτει με μύθο, με μυστικισμό, με βιολογικές ή πνευματικές ιεραρχίες, με πολιτικές θεολογίες. Προσφέρει νόημα χωρίς ερώτηση και τάξη χωρίς αμφιβολία. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι ελκυστικός: απαλλάσσει το άτομο από το βάρος της κρίσης.
Ο Άχρονος φασισμός δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς ως ένα ιστορικό φαινόμενο ή ένα πολιτικό καθεστώς. Η ουσία του δεν εξαντλείται στα σύμβολα, στους ηγέτες ή στις οργανώσεις που τον ενσάρκωσαν. Ο φασισμός υπήρξε –και παραμένει– μια ιδιαίτερη μορφή παραίτησης από τη σκέψη και από την ευθύνη που αυτή συνεπάγεται.
Εδώ ακριβώς συναντάται με αυτό που η Χάνα Άρεντ περιέγραψε ως κοινοτοπία του κακού (banality of evil). Όχι ως δαιμονική εξαίρεση, αλλά ως γενικό αποτέλεσμα της απουσίας κρίσης. Το κακό, μας υπενθυμίζει η Άρεντ, δεν χρειάζεται μίσος για να πραγματωθεί· αρκεί η αποδοχή έτοιμων απαντήσεων, η υποκατάσταση της σκέψης από τον κανόνα, η υπακοή ως ηθική αρετή.
«Η σκέψη είναι επικίνδυνη, γιατί δεν υπακούει.»
Κοινός παρονομαστής κάθε φασιστικής μορφής είναι η καταστολή του ερωτήματος «γιατί». Η εξουσία δεν αρκείται στην υπακοή· απαιτεί την εσωτερίκευση της. Ο Θόρω είχε ήδη επισημάνει ότι οι κοινωνίες μπορούν να απαιτούν σκληρή εργασία και πειθαρχία, αποτρέποντας ταυτόχρονα κάθε ηθική διερεύνηση του σκοπού τους.
Όταν ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρω έγραφε: «σου λένε να δουλεύεις σκληρά αλλά ποτέ να μην ρωτάς το γιατί», περιέγραφε ακριβώς το μηχανισμό που μετατρέπει ελεύθερους πολίτες σε εργαλειοποιημένους υπηρέτες μιας κακόβουλης ιδεολογίας. Ο Μαρξ επεκτείνει αυτή τη σκέψη: «οι ερωτήσεις δεν χτίζουν αυτοκρατορίες - μόνο οι σκλάβοι το κάνουν». Η συνένωση αυτών των δύο ρητών αποκαλύπτει τον βαθύτερο σκοπό του φασιστικού μηχανισμού: να μεταμορφώσει την ανθρώπινη εργασία σε τυφλή υπηρεσία χωρίς σκοπό, σημασία ή ηθικό πλαίσιο.
Η ουσία του φασιστικού μηχανισμού δεν βρίσκεται απλώς στη βία, αλλά στη μετατροπή της ανθρώπινης εργασίας σε άκριτη υπηρεσία, αποκομμένη από ηθικό, κοινωνικό ή υπαρξιακό πλαίσιο. Η σκέψη καθίσταται περιττή· η υπακοή επαρκεί.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η σκέψη του Χένρι Ντέιβιντ Θόρω, ο οποίος στη Πολιτική Ανυπακοή υποστήριξε ότι όταν ο νόμος μετατρέπει τον πολίτη σε όργανο αδικίας απέναντι σε άλλους, τότε η υπακοή παύει να είναι αρετή. Η εργασία που συμμετέχει στην καταπίεση —ακόμη και όταν εκτελείται άρτια και «αποτελεσματικά»— ενισχύει το ίδιο το σύστημα που την παράγει. Στον φασισμό, προτεραιότητα δεν έχει ο άνθρωπος που εργάζεται, αλλά το οικοδόμημα που χτίζεται εις βάρος του.
Η σκέψη, για την Άρεντ, δεν είναι θεωρητική πολυτέλεια. Είναι η εσωτερική συνομιλία του ανθρώπου με τον εαυτό του – ο μόνος χώρος όπου μπορεί να τεθεί το όριο ανάμεσα στο επιτρεπτό και το ανεπίτρεπτο. Όταν αυτή η συνομιλία σιωπά, τότε ο άνθρωπος καθίσταται ικανός για τα πάντα, όχι επειδή είναι κακός, αλλά επειδή έπαψε να κρίνει.
Ο Άχρονος Φασισμός αξιοποιεί ακριβώς αυτή τη σιωπή. Την καλύπτει με μύθο, με μυστικισμό, με βιολογικές ή πνευματικές ιεραρχίες, με πολιτικές θεολογίες. Προσφέρει νόημα χωρίς ερώτηση και τάξη χωρίς αμφιβολία. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι ελκυστικός: απαλλάσσει το άτομο από το βάρος της κρίσης.
Ο Άχρονος φασισμός δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς ως ένα ιστορικό φαινόμενο ή ένα πολιτικό καθεστώς. Η ουσία του δεν εξαντλείται στα σύμβολα, στους ηγέτες ή στις οργανώσεις που τον ενσάρκωσαν. Ο φασισμός υπήρξε –και παραμένει– μια ιδιαίτερη μορφή παραίτησης από τη σκέψη και από την ευθύνη που αυτή συνεπάγεται.
Εδώ ακριβώς συναντάται με αυτό που η Χάνα Άρεντ περιέγραψε ως κοινοτοπία του κακού (banality of evil). Όχι ως δαιμονική εξαίρεση, αλλά ως γενικό αποτέλεσμα της απουσίας κρίσης. Το κακό, μας υπενθυμίζει η Άρεντ, δεν χρειάζεται μίσος για να πραγματωθεί· αρκεί η αποδοχή έτοιμων απαντήσεων, η υποκατάσταση της σκέψης από τον κανόνα, η υπακοή ως ηθική αρετή.
Κεφάλαιο 2 -Άχρονος Φασισμός
«Ο ιδανικός υπήκοος του ολοκληρωτικού καθεστώτος δεν είναι ο πεπεισμένος ναζί ή κομμουνιστής, αλλά ο άνθρωπος για τον οποίο η διάκριση ανάμεσα στο γεγονός και τη μυθοπλασία, στο αληθινό και το ψευδές, δεν υπάρχει πλέον.»«Ο φασισμός επιστρέφει με το πιο αθώο πρόσωπο — η επίγνωση είναι το μόνο μας όπλο.»
Ο φασισμός δεν υπήρξε απλώς ένα πολιτικό σύστημα ούτε ένα ιστορικό ατύχημα περιορισμένο στον εικοστό αιώνα. Υπήρξε –και παραμένει– ένας τρόπος σκέψης, μια εσωτερική στάση απέναντι στον κόσμο. Μια υποτιθέμενη επιλογή απλότητας απέναντι στην πολυπλοκότητα, βεβαιότητας απέναντι στην αμφιβολία, υπακοής απέναντι στη σκέψη. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η προπαγανδιστική του δύναμη, καθώς και η αποδοχή του από πλανεμένες συνειδήσεις.
Όπως υπαινίσσεται η Hannah Arendt, το κακό δεν γεννιέται πάντοτε από το μίσος ή τον φανατισμό· συχνά γεννιέται από την άρνηση της σκέψης. Από την παραίτηση της κρίσης, από την πρόθυμη αποδοχή έτοιμων απαντήσεων που απαλλάσσουν το άτομο από την ευθύνη του να κατανοεί και να επιλέγει.
Ο Άχρονος Φασισμός, από αυτή την οπτική, δεν είναι μια ιδεολογία που «επιστρέφει». Είναι μια δυνατότητα που ποτέ δεν παύει να υπάρχει. Μια δυνατότητα εγγεγραμμένη στην ανθρώπινη συνθήκη: εκεί όπου ο φόβος της ελευθερίας συναντά την ανάγκη για νόημα. Εκεί, μέσα από μηχανισμούς χειραγώγησης, βρίσκει το κατάλληλο έδαφος για να εξαπλωθεί.
Ο φασισμός δεν γεννιέται πρωτίστως στους δρόμους ή στα κοινοβούλια. Γεννιέται σε έναν εσωτερικό χώρο: στο σημείο όπου ο άνθρωπος αρνείται να αντέξει την αβεβαιότητα της ύπαρξης. Εκεί όπου το ερώτημα γίνεται βάρος και η απάντηση ζητείται έτοιμη, απόλυτη, αδιαπραγμάτευτη. Σε αυτό το κενό ριζώνουν αφηγήματα περί «Λευκής Αδελφότητας», Ανώτερων Διδασκάλων και πνευματικών ελίτ που δήθεν γνωρίζουν την αλήθεια εκ μέρους όλων.
Ο φασισμός, αν και ιστορικά συνδεδεμένος με συγκεκριμένα καθεστώτα του 20ού αιώνα, στην πραγματικότητα δεν περιορίζεται ούτε από τον χρόνο ούτε από τον χώρο. Όπως επισημαίνει ο Umberto Eco στο δοκίμιό του Ur-Fascism, αποτελεί μια διαχρονική νοοτροπία — μια ψυχολογική και πολιτισμική διάρθρωση που μπορεί να επανεμφανίζεται με διαφορετικά πρόσωπα, χωρίς να χρειάζεται αυστηρή δογματική συνοχή (Eco, 1995).
Εμβαθύνοντας περαιτέρω, ο Umberto Eco καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Άχρονος Φασισμός αποτελεί μια διαχρονική νοοτροπία εξουσίας που υπερβαίνει συγκεκριμένα καθεστώτα και πολιτικές συγκυρίες. Πρόκειται για ένα ιδεολογικό αρχέτυπο που συνδυάζει φασιστική ψυχολογία, μυστικιστικό συγκρητισμό και, στη σύγχρονη εκδοχή του, τεχνοκρατικά μέσα ελέγχου. Ο φασισμός λειτουργεί ως χαμαιλέων: μεταμορφώνεται, αποκρύπτει το πραγματικό του πρόσωπο και συχνά εμφανίζεται με τη μορφή «προστασίας», «ενότητας» ή «πνευματικής αποστολής» (Eco, 1995).
Ο Άχρονος Φασισμός, ως έννοια, επεκτείνει αυτή την παρατήρηση: δεν αφορά μόνο πολιτικά καθεστώτα, αλλά και πνευματικές ή κοινωνικές δομές που αναπαράγουν μηχανισμούς υποταγής, ομοιομορφίας και εξάλειψης της ατομικότητας. Η ιστορία, όπως συχνά λέγεται, δεν επαναλαμβάνεται ακριβώς· ωστόσο, οι αρχέτυπες μορφές ιδεολογιών, όπως ο Άχρονος Φασισμός, φαίνεται να διαπερνούν τους αιώνες με αξιοσημείωτη συνέχεια.
Η προειδοποίηση παραμένει διαχρονική: ο φασισμός επιστρέφει με το πιο αθώο πρόσωπο. Το παρόν έργο είναι αφιερωμένο σε αυτή την προσπάθεια επίγνωσης.
Ουσιαστικά, η σκέψη αυτή βασίζεται σε μια ερμηνεία του φασισμού ως «αιώνιας» (άχρονης) ιδεολογικής τάσης, η οποία προϋπήρχε του 20ού αιώνα. Αυτή η άποψη έχει διατυπωθεί από διανοούμενους όπως ο Umberto Eco με τον όρο «Ur-Φασισμός».
📖 Η έννοια του «Αιώνιου Φασισμού» (Ur-Fascism) του Umberto Eco
Η σκέψη αυτή προέρχεται από τη θεωρία του «Αιώνιου Φασισμού» (Ur-Fascism), που διατύπωσε ο Ιταλός σημειολόγος Umberto Eco. Ο Eco αναγνώρισε μια σειρά από κοινά χαρακτηριστικά — όπως η απόρριψη του Διαφωτισμού, ο φόβος της διαφορετικότητας, η λατρεία της βίας και η άρνηση της κριτικής σκέψης — τα οποία μπορούν να εμφανίζονται σε διαφορετικές εποχές και πολιτικές μορφές.
Το οικοδόμημά του στηρίζεται στη δημιουργία μιας «αρχέγονης αλήθειας». Η χρησιμοποίηση μυστικιστικών αφηγημάτων, όπως η μίξη του Στόουνχεντζ με τον Άγιο Αυγουστίνο, αποτελεί, όπως σημειώνει ο Eco, απλώς σύμπτωμα του Ur-Φασισμού. Ο φασισμός, ως σύγχρονη πολιτική ιδεολογία του 20ού αιώνα, δεν διαθέτει φιλοσοφική ουσία ή συνοχή· περιγράφεται ως «συρραφή διαφορετικών φιλοσοφικών και πολιτικών ιδεών», ως μια κυψέλη αντιφάσεων.
Στο πρώτο του χαρακτηριστικό, που ονόμασε «συγκρητιστική λατρεία της παράδοσης», περιγράφεται ακριβώς αυτή η μίξη κάτω από την ιδέα ότι ο Άχρονος Φασισμός δημιουργεί μια «αρχέγονη αλήθεια» συνδυάζοντας ανόμοιες παραδόσεις (π.χ. κελτικά ρούνικα, αιγυπτιακά ιερογλυφικά, ασιατικές θρησκείες). Η παραδοσιακή σοφία καπηλεύεται και παρουσιάζεται ως πλήρης και αμετάβλητη.
Ο συγκρητισμός επιτρέπει την αποσιώπηση των εσωτερικών αντιφάσεων, μέσω αυθαίρετων ερμηνειών ξένων παραδόσεων και θρησκειών, με σκοπό την κατασκευή μιας υποτιθέμενης απόλυτης αλήθειας που έχει ήδη αποκαλυφθεί και για την οποία απομένει μόνο η «ορθή» ερμηνεία της.
Για να γεφυρώσει αυτή την έλλειψη ουσίας και να προσελκύσει οπαδούς, ο φασισμός καταφεύγει σε συγκρητιστικές πρακτικές: «δανείζεται» και αναμειγνύει στοιχεία από διαφορετικούς χώρους — θρησκεία, αποκρυφισμό, μύθους — ώστε να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση βάθους και ιστορικής συνέχειας.
Ο Eco αναφέρει ρητά ότι «η ναζιστική γνώση τρεφόταν από παραδοσιακά, συγκρητικά και απόκρυφα στοιχεία» και ότι θεωρητικοί όπως ο Julius Evola «αναμείγνυαν τον Άγιο Δισκοπότηρο με τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών και την αλχημεία με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία».
🧩 Ο Άχρονος Φασισμός και οι Μυστικιστικές του Ρίζες
Οι ρίζες αυτού του άχρονου φαινομένου χάνονται στα βάθη της ιστορίας αλλά παίρνουν ιδεολογική μορφή στις μυστικιστικές και αποκρυφιστικές αναζητήσεις του 19ου αιώνα. Ρεύματα όπως η Θεοσοφία της Ελένας Μπλαβάτσκι και η μεταγενέστερη Αριοσοφία εισήγαγαν την έννοια των «πνευματικών» ή «ριζικών» φυλών, διαμορφώνοντας μια ιεραρχική αντίληψη της ανθρωπότητας. Στο πλαίσιο αυτό, οι ανθρώπινες ομάδες δεν θεωρούνται ίσες ως προς την ικανότητα κρίσης και ηθικής ευθύνης, αλλά κατατάσσονται σε ανώτερα και κατώτερα στάδια εξέλιξης, με βάση μια υποτιθέμενη κοινή βιολογική και πνευματική κληρονομιά.
Οι ιδέες αυτές διαχύθηκαν μέσα από ένα πλέγμα μυστικών και παραμυστικών οργανώσεων: τεκτονικά ρεύματα, ροδοσταυρικές αδελφότητες, αριοσοφικά τάγματα και νεοπαγανιστικά κινήματα. Ορισμένες από αυτές τις οργανώσεις, όπως η Εταιρεία της Θούλης και το Τάγμα της Χρυσής Αυγής, λειτούργησαν ως ιδεολογικοί πυρήνες που συνέβαλαν στη συγκρότηση του ναζιστικού φαντασιακού. Εδώ, ο μυστικισμός δεν αποτελεί απλώς πνευματική αναζήτηση, αλλά μηχανισμό νομιμοποίησης της ανισότητας, της ιεραρχίας και, τελικά, της βίας.
Στις επίσημες ναζιστικές θεωρίες του μεσοπολέμου, αυτή η μεταφυσική ιεραρχία μεταφράστηκε σε βιολογικό εθνικισμό. Οι άνθρωποι ταξινομήθηκαν σε φυλές, υποφυλές και πολιτισμούς, με ψευδοεπιστημονικό μανδύα, αντλώντας έμπνευση από εσωτερικές διδασκαλίες που συνέδεαν τη βιολογική με την πνευματική κληρονομιά. Ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι τέτοιες αντιλήψεις προσέφεραν ιδεολογικό υπόβαθρο στον ρατσιστικό λόγο του Χίτλερ, αν και η σχέση αυτή δεν ήταν απλή ούτε γραμμική (Arendt, 1951).
Σύμφωνα με τη Μπλαβάτσκι, η εξέλιξη της ανθρωπότητας ακολουθεί κυκλικές διαδικασίες. Κάθε «ριζική φυλή» περνά από επτά σπειροειδείς φάσεις και η μετάβαση σε μια νέα φυλή προϋποθέτει την καταστροφή της προηγούμενης. Το σύμβολο του «κοψίματος του δέντρου» εκφράζει το κλείσιμο ενός εξελικτικού κύκλου και τη βίαιη αποκοπή εκείνων που θεωρούνται εμπόδιο στην πρόοδο. Στο έργο The Secret Doctrine (Vol. II, Anthropogenesis), η Μπλαβάτσκι συνδέει το σύμβολο αυτό με την αποκοπή από την Ατλάντια φυλή, παρουσιάζοντας την ιστορία ως μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία εξάλειψης και αναγέννησης. Το πέρασμα από την μια Φυλή στην επόμενη αποτελεί το τέλος ενός μεγάλου κύκλου, όπου μια παλιά φυλή "κόβεται" – δηλαδή, μέσω του πολέμου πρέπει να πεθάνει μια παλιά φυλή για να ανοίξει ο δρόμος για την επόμενη. Το "κόψιμο του δέντρου" είναι, επομένως, σύμβολο του κλεισίματος ενός εξελικτικού κύκλου και την θανάτωση των φυλών που εμποδίζουν την πρόοδο. Στο έργο της The Secret Doctrine, Vol. II, Page 282 (Anthropogenesis), η Μπλαβάτσκυ γράφει: "Το κόψιμο του δέντρου που αναφέρεται στο βιβλίο του Ενώχ σημαίνει σήμερα την αποκοπή από την Ατλάντια φυλή". Δηλαδή σε κάθε μετάβαση προς μια νέα φυλή η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται και αυτή την στιγμή η ανθρωπότητα βρίσκεται μπροστά στην ανοιχτή πρόκληση να κόψει τα δεσμά της με την φυλή των Ατλάντων η οποία εκπροσωπείται σήμερα από τους Εβραίους. Η εξελικτική πορεία της ανθρωπότητας περνάει αναπόφευκτα από έναν πόλεμο. Στον πόλεμο αυτό η Μεγάλη Λευκή Αδελφότητα καθοδηγεί το πιο αγνό απόθεμα της Αρίας φυλής που είναι οι Γερμανοί ενάντια στο τελευταίο ισχυρό κατάλοιπο της Ατλάντιας Φυλής που είναι οι Εβραίοι. Σύμφωνα με την Μπλαβάτσκυ οι Εβραίοι ανήκουν στην 4η Φυλή την Ατλάντια και στην τρίτη υποφυλή της ενώ οι Γερμανοί στην 5η Φυλή την Αρία και στην 6η υποφυλή της.
Μέσα σε αυτό το μυστικιστικό αφήγημα, ο πόλεμος δεν εμφανίζεται ως τραγωδία, αλλά ως αναπόφευκτη εξελικτική αναγκαιότητα. Οι ναζιστές Γερμανοί υιοθέτησαν την αντίληψη ότι αποτελούν το καθαρότερο απόθεμα της Αρίας Φυλής και ότι καθοδηγούνται από μια Μεγάλη Λευκή Αδελφότητα εναντίον των «υπολειμμάτων» προηγούμενων φυλών. Η ταξινόμηση των Εβραίων ως μέλη της τέταρτης, Ατλάντιας φυλής και των Γερμανών ως ανήκοντες στην πέμπτη, Αρία φυλή, προσέδωσε στον αντισημιτισμό μεταφυσικό χαρακτήρα, μετατρέποντας την εξόντωση σε δήθεν κοσμική αποστολή.
Ωστόσο, η μεταπολεμική ιστοριογραφία, όπως διαμορφώθηκε από τους νικητές, απέφυγε σε μεγάλο βαθμό να στοχοποιήσει τις θεοσοφικές διδασκαλίες, αντιμετωπίζοντάς τες ως τμήμα ενός γενικότερου πνευματικού ρεύματος. Η κύρια αιτία του ναζιστικού αντισημιτισμού αποδόθηκε στον λαϊκό ρατσισμό και στις παραχαράξεις νεοδαρβινικών θεωριών, όπως αυτές εμφανίζονται στο Mein Kampf (Arendt, 1951). Παρότι η επιρροή εσωτεριστικών και μυστικιστικών ομάδων σε ναζιστικές προσωπικότητες δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, παραμένει ασαφές κατά πόσο ο Χίτλερ καθοδηγήθηκε άμεσα από θεοσοφικούς κύκλους ή χρησιμοποίησε επιλεκτικά το ιδεολογικό τους υλικό για πολιτικούς σκοπούς. Το γεγονός ότι δεν αναφέρει ποτέ ρητά τη Μπλαβάτσκι στα γραπτά ή τις ομιλίες του ενίσχυσε μια απλοϊκή αφήγηση που αποσύνδεσε τον μυστικισμό από το Ολοκαύτωμα.
Παρά την ιστορική ήττα του ναζισμού, το ιδεολογικό του υλικό δεν εξαφανίστηκε. Αναπροσαρμόστηκε και επιβίωσε σε μεταπολεμικές οργανώσεις, παραφιλοσοφικά σχήματα και «πνευματικά» κινήματα, τα οποία απεκδύθηκαν τη ρητορική της ωμής βίας, διατηρώντας όμως ανέπαφη τη δομή της ιεραρχίας, της ελίτ και της υποταγής ως δήθεν αναγκαίας συνθήκης εξέλιξης (π.χ. Νέα Ακρόπολη). Έτσι αποκαλύπτεται ότι ο φασισμός μεταδίδεται με νέες μορφές, όχι μόνο πολιτικά αλλά και μέσω φαινομενικά ειρηνικών σεχταριστικών δομών. Δεν χρειάζεται πάντοτε κράτος για να υπάρξει· αρκεί μια φασιστική κοσμοθεωρία που ενσαρκώνεται στο εσωτερικό οργανώσεων και καθορίζει τη λειτουργία τους. Τα νεοφασιστικά και κρυφοφασιστικά αυτά συστήματα συγκροτούν κλειστές μικροκοινωνίες, όπου εφαρμόζουν τα δικά τους αυταρχικά μοντέλα εξουσίας σε εσωτερικό επίπεδο, αναπαράγοντας πειθαρχία, σιωπή και υποταγή στο όνομα της «ανώτερης γνώσης» ή της «πνευματικής αποστολής».
Ο Άχρονος Φασισμός οικοδομείται πάνω σε ένα σταθερό τρίπτυχο πλάνης: τη μεταφυσική πλάνη, που διαστρεβλώνει πνευματικές παραδόσεις για να νομιμοποιήσει την ανισότητα· τη βιολογική πλάνη, που μετατρέπει τις «πνευματικές φυλές» σε ρατσιστική ψευδοεπιστήμη· και την πολιτική πλάνη, όπου ο μυστικισμός μετασχηματίζεται σε κρατική πρακτική και ο Ηγέτης εμφανίζεται ως ενσάρκωση μιας υποτιθέμενης υπερβατικής βούλησης.
Όπως μας υπενθυμίζει η Hannah Arendt, η ελευθερία δεν είναι απλώς πολιτικό καθεστώς, αλλά πνευματική άσκηση. Όταν η σκέψη αδρανεί και η κρίση αντικαθίσταται από δόγμα, ο Άχρονος Φασισμός δεν επιβάλλεται απ’ έξω· αναδύεται από μέσα, ως φυσική συνέπεια της παραίτησης από την ευθύνη του σκέπτεσθαι.
🧩 Ιδεολογία του κινήματος του Άχρονου Φασισμού
Umberto Eco
Umberto Eco
«Ο Ουρ-Φασισμός δεν αντέχει την κριτική σκέψη. Η κριτική σκέψη είναι εχθρός της πίστης.»
(Ur-Fascism, 1995)
«Η διαφωνία είναι προδοσία.»
«Ο Ουρ-Φασισμός δεν αντέχει την κριτική σκέψη. Η κριτική σκέψη είναι εχθρός της πίστης.»
(Ur-Fascism, 1995)
«Η διαφωνία είναι προδοσία.»
Η κουλτούρα του Άχρονου Φασισμού επιδιώκει τη δημιουργία μιας νέας «παγκόσμιας θρησκείας», συγκεράζοντας διάφορες θρησκευτικές και φιλοσοφικές πρακτικές, με στόχο τη συγκρότηση ενός «στρατοπέδου» που υπερβαίνει τις παραδοσιακές δομές. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργείται ένα σύστημα πανθρησκείας, όπου διαφορετικές παραδόσεις συνταιριάζονται για να αμβλύνουν ή να εξουδετερώνουν όσες διεκδικούν την αποκλειστική κατοχή της αλήθειας — με τον Χριστιανισμό να εμφανίζεται κατ’ εξοχήν ως αντίπαλος.
Πραγματοποιείται, έτσι, συγκρητική μελέτη διαφορετικών φιλοσοφικών ρευμάτων, στοχεύοντας στη δημιουργία ενός ολοκληρωτικού πλαισίου που συνδέει: την παγκοσμιοποίηση στον οικονομικό τομέα, τον οικουμενισμό στον θρησκευτικό, τη Νέα Εποχή στον πολιτιστικό και τη Νέα Στρατιωτική Παγκόσμια Τάξη. Ένα τέτοιο συγκεντρωτικό σύστημα οδηγεί αναπόφευκτα στην ανάγκη ύπαρξης ενός παγκόσμιου ηγέτη — θρησκευτικού, πολιτικού και στρατιωτικού — υποκείμενο σε κίνδυνο μετατροπής σε νέα δικτατορία ή, μεταφορικά, σε «αντίχριστο» (Eco, 1995).
Το κίνημα παρουσιάζεται ως ιδεολογικά ανοιχτό, αλλά στην πραγματικότητα αποδέχεται μόνο όσους αναγνωρίζουν θεότητες που συνυπάρχουν με άλλες θεότητες. Οι οπαδοί του αυτοαποκαλούνται «νέα κουλτούρα της Νέας Εποχής» και απορρίπτουν την προσωπική σχέση με τον Θεό. Αντί γι’ αυτό, υπακούουν σε κατευθυντήριες γραμμές που ορίζονται από «πνευματικούς οδηγούς» ή «συνδέσμους» με το ανώτερο, συνδεόμενους με τη λεγόμενη «Λευκή Αδελφότητα».
Συχνά, ο Άχρονος Φασισμός εκφράζεται μέσα από μυητικές και αποκρυφιστικές παραδόσεις, επηρεασμένες από θεωρίες της Ελένα Μπλαβάτσκι και άλλων εσωτερικών ρευμάτων. Η έννοια της «παγκόσμιας ψυχής» και η απώλεια της ατομικότητας αντικατοπτρίζουν τη μεταφυσική μορφή υποταγής, όπου ο άνθρωπος καθίσταται μέρος ενός απρόσωπου μηχανισμού (Jung, 1957).
Τα ηλιοστάσια, για πολλές αποκρυφιστικές κινήσεις, δεν είναι απλώς αστρονομικά φαινόμενα αλλά και συμβολικές πράξεις μύησης. Γι’ αυτό εορτάζονται από οργανώσεις όπως η Νέα Ακρόπολη, ο Τεκτονισμός και η Θεοσοφική Εταιρεία. Ιστορικές μαρτυρίες αξιωματικών των SS καταγράφουν ανάλογες τελετές κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου επιχειρήθηκε αναπαράσταση αρχαϊκών παγανιστικών τελετουργικών (Newton, El Cuarto Lado del Triángulo, 1995).
Η πνευματική αναζήτηση, όταν αποκοπεί από την κριτική σκέψη, μετατρέπεται σε εργαλείο ομοιομορφίας και συγκεντρωτισμού. Αυτό οδηγεί πολλούς νέους στην ένταξη σε μασονικού τύπου οργανώσεις, όπως η Νέα Ακρόπολη, που διοικούνται από ηγέτες οι οποίοι υιοθετούν δογματικά τον μυστικισμό, τις τεκτονικές δοκιμασίες και τις παγανιστικές τελετές — συχνά λατρεύοντας θεούς του πολέμου και συμμετέχοντας σε εορτασμούς των ηλιοστασίων.
Η κουλτούρα του Άχρονου Φασισμού επιδιώκει τη δημιουργία μιας νέας «παγκόσμιας θρησκείας», συγκεράζοντας διάφορες θρησκευτικές και φιλοσοφικές πρακτικές, με στόχο τη συγκρότηση ενός «στρατοπέδου» που υπερβαίνει τις παραδοσιακές δομές. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργείται ένα σύστημα πανθρησκείας, όπου διαφορετικές παραδόσεις συνταιριάζονται για να αμβλύνουν ή να εξουδετερώνουν όσες διεκδικούν την αποκλειστική κατοχή της αλήθειας — με τον Χριστιανισμό να εμφανίζεται κατ’ εξοχήν ως αντίπαλος.
Πραγματοποιείται, έτσι, συγκρητική μελέτη διαφορετικών φιλοσοφικών ρευμάτων, στοχεύοντας στη δημιουργία ενός ολοκληρωτικού πλαισίου που συνδέει: την παγκοσμιοποίηση στον οικονομικό τομέα, τον οικουμενισμό στον θρησκευτικό, τη Νέα Εποχή στον πολιτιστικό και τη Νέα Στρατιωτική Παγκόσμια Τάξη. Ένα τέτοιο συγκεντρωτικό σύστημα οδηγεί αναπόφευκτα στην ανάγκη ύπαρξης ενός παγκόσμιου ηγέτη — θρησκευτικού, πολιτικού και στρατιωτικού — υποκείμενο σε κίνδυνο μετατροπής σε νέα δικτατορία ή, μεταφορικά, σε «αντίχριστο» (Eco, 1995).
Το κίνημα παρουσιάζεται ως ιδεολογικά ανοιχτό, αλλά στην πραγματικότητα αποδέχεται μόνο όσους αναγνωρίζουν θεότητες που συνυπάρχουν με άλλες θεότητες. Οι οπαδοί του αυτοαποκαλούνται «νέα κουλτούρα της Νέας Εποχής» και απορρίπτουν την προσωπική σχέση με τον Θεό. Αντί γι’ αυτό, υπακούουν σε κατευθυντήριες γραμμές που ορίζονται από «πνευματικούς οδηγούς» ή «συνδέσμους» με το ανώτερο, συνδεόμενους με τη λεγόμενη «Λευκή Αδελφότητα».
Συχνά, ο Άχρονος Φασισμός εκφράζεται μέσα από μυητικές και αποκρυφιστικές παραδόσεις, επηρεασμένες από θεωρίες της Ελένα Μπλαβάτσκι και άλλων εσωτερικών ρευμάτων. Η έννοια της «παγκόσμιας ψυχής» και η απώλεια της ατομικότητας αντικατοπτρίζουν τη μεταφυσική μορφή υποταγής, όπου ο άνθρωπος καθίσταται μέρος ενός απρόσωπου μηχανισμού (Jung, 1957).
Τα ηλιοστάσια, για πολλές αποκρυφιστικές κινήσεις, δεν είναι απλώς αστρονομικά φαινόμενα αλλά και συμβολικές πράξεις μύησης. Γι’ αυτό εορτάζονται από οργανώσεις όπως η Νέα Ακρόπολη, ο Τεκτονισμός και η Θεοσοφική Εταιρεία. Ιστορικές μαρτυρίες αξιωματικών των SS καταγράφουν ανάλογες τελετές κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου επιχειρήθηκε αναπαράσταση αρχαϊκών παγανιστικών τελετουργικών (Newton, El Cuarto Lado del Triángulo, 1995).
Η πνευματική αναζήτηση, όταν αποκοπεί από την κριτική σκέψη, μετατρέπεται σε εργαλείο ομοιομορφίας και συγκεντρωτισμού. Αυτό οδηγεί πολλούς νέους στην ένταξη σε μασονικού τύπου οργανώσεις, όπως η Νέα Ακρόπολη, που διοικούνται από ηγέτες οι οποίοι υιοθετούν δογματικά τον μυστικισμό, τις τεκτονικές δοκιμασίες και τις παγανιστικές τελετές — συχνά λατρεύοντας θεούς του πολέμου και συμμετέχοντας σε εορτασμούς των ηλιοστασίων.
🧩Φασισμός και Προπαγάνδα
«Σε καιρούς γενικευμένης εξαπάτησης, το να λες την αλήθεια είναι επαναστατική πράξη.» George Orwell
«Σε καιρούς γενικευμένης εξαπάτησης, το να λες την αλήθεια είναι επαναστατική πράξη.» George Orwell
«Η ελευθερία είναι το δικαίωμα να λες στους ανθρώπους αυτό που δεν θέλουν να ακούσουν.»
(Animal Farm, Essays)
«Η ελευθερία είναι το δικαίωμα να λες στους ανθρώπους αυτό που δεν θέλουν να ακούσουν.»
(Animal Farm, Essays)
Για να προωθηθεί η πλάνη της ιδεολογίας αυτής τα μέλη τέτοιων κινημάτων είναι συνηθισμένο να επενδύουν στην ανάπτυξη ρητορικών ικανοτήτων, γνώσεις ποίησης, λογοτεχνίας και γενικές ή μυστικιστικές γνώσεις. Στην συνέχεια όμως όλα αυτά χρησιμοποιήθηκαν στην υπηρεσία του ψεύδους. Ανέκαθεν ο σκοπός της πλάνης ήταν να παρουσιάζει το μπέρδεμα ως αλήθεια. Στην αρχαία Ελλάδα οι σοφιστές (που παρουσίαζαν το άσπρο για μαύρο) ήταν καλοί ρήτορες γιατί δεν είναι δυνατόν να "πουλήσεις" ένα παραμύθι αν δεν στηριχτείς σε ένα τέχνασμα.
Ο λόγος της πνευματικής αυθεντίας (είτε πολιτικός είτε «θεοσοφικός») καταλήγει εργαλείο χειραγώγησης. Το πέπλο που καλύπτει τα τεχνάσματα αυτά αποκαλύπτεται κάτω από το σκεπτικό του Michel de Montaigne -Μισέλ ντε Μονταίν: «Η δυσκολία είναι ένα νόμισμα που χρησιμοποιούν οι "μορφωμένοι", όπως οι παπατζήδες, για να μην αποκαλύπτεται η ματαιότητα των τεχνασμάτων τους, και αυτό το νόμισμα το αποδέχεται εύκολα η ανθρώπινη βλακεία».
Από τα μέσα του 19ου αιώνα είχε εκτιμηθεί η αξία της προπαγάνδας με την λατινική ετοιμολογία: propagare «μοσχεύω, φυτεύω, διαδίδω». Λέξη που σήμερα μετά την εκτεταμένη χρήση της από τον Γιόζεφ Γκαίμπελς, παραπέμπει σε μια τεχνική παραπλάνησης και χειραγώγησης της μάζας με σκοπό την προώθηση μιας διεστραμμένης ιδεολογίας. Παρόλα αυτά ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να προπαγανδίζονται με τον ίδιο τρόπο οι "μυστικιστικές ιδεολογίες".
Ο φασισμός είναι ένα πνευματικό παράσιτο σχεδιασμένο να βρει πάτημα κυρίως στην αλαζονεία των νέων. Απευθύνεται στον εγωισμό των νέων, όμορφων, έξυπνων και ετεροφυλόφιλων λευκών. Έτσι ο φασισμός μετατρέπεται σε μια ιδεολογία που στοχεύει πρώτα από όλα να πλανήσει, "ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς". Τους ομοφυλόφιλους, τους μαύρους, τους άσχημους και τους μη έξυπνους, δύσκολα και χαριστικά τους δέχεται στην πλάνη του. Δεν έχει όμως να προσφέρει τίποτα καλό σε όσους ενταχθούν στην ιδεολογία του γιατί με την προώθηση του ηρωικού τρόπου ζωής, τους καταστρέφει -τάχα για το καλό της Άριας φυλής και της εξέλιξης της ανθρωπότητας.
Το φασιστικό αυτό παράσιτο υπόσχεται έναν νέο και καλύτερο άνθρωπο που για να μπορέσει να υπάρξει απαιτείται η ισοπέδωση του σημερινού κόσμου μέσα από κάποιον πόλεμο ή από γεωλογικές - φυσικές καταστροφές. Και όταν βρεθεί το κατάλληλο έδαφος μέσω του εθνικισμού απειλεί με ολοκληρωτικούς πολέμους, στηριζόμενος στην ανωτερότητα πολιτισμών και φυλών.
Συνολικά όμως η ανωτερότητα και η υπερηφάνεια είναι οι κύριοι χειριστικοί μοχλοί του που δημιουργούν πόνο και δυστυχία, ακόμα και μέσω ειρηνικών οργανώσεων όπως είναι η Νέα Ακρόπολη. Το αμάρτημα στο οποίο υπέπεσε ο Εωσφόρος ήταν η αλαζονεία. Ομοίως ο φασισμός ενσταλάζει την ανωτερότητα της Άριας φυλής. Η «πτώση» ακολουθεί όπως όταν ξεγελάστηκαν από το φίδι και οι πρωτόπλαστοι.
🧩Ο Άχρονος Φασισμός στην τεχνοκρατία και την ψηφιακή εποχή
Ο Άχρονος Φασισμός ενσαρκώνεται σήμερα μέσα από έναν φορέα που συνδυάζει φασιστική ψυχολογία (Arendt, Jung), μεταφυσικό συγκρητισμό (Blavatsky) και σύγχρονες τεχνοκρατικές μορφές προπαγάνδας. Η ενσάρκωσή του δεν περιορίζεται σε ένα πολιτικό καθεστώς· πρόκειται για ένα αρχέτυπο που ξεκινά ως αναζήτηση και εξελίσσεται σε υποταγή και θυσία, αναδύεται μέσα από φαινομενικά πνευματικά κινήματα και τεχνολογικές δομές εξουσίας.
Η Arendt επισημαίνει:
«Η ανάγκη για ανήκειν, για ένταξη σε ένα σύνολο που υπερβαίνει το άτομο, καθιστά τον φασισμό ελκυστικό όχι ως βία, αλλά ως υπόσχεση νοήματος.»
Στον 21ο αιώνα, ο Άχρονος Φασισμός αναζητά νέους τρόπους έκφρασης, αξιοποιώντας τις δυνατότητες της τεχνολογίας και της μαζικής ψυχολογίας. Οι «Γκουρού» του παρελθόντος μετατρέπονται σε «influencers». Παραπλανημένοι και οι ίδιοι, αναπαράγουν την πλάνη τους και προπαγανδίζουν την ιδεολογία του φασισμού με σταδιακή αποκάλυψη και μεθοδευμένη χειραγώγηση, δημιουργώντας ένα σύστημα ψηφιακής προπαγάνδας.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, ο Άχρονος Φασισμός σπανίως χρειάζεται φυσική βία: η πειθαρχία γίνεται εσωτερική και αυτοεπιβαλλόμενη. Η γνώση δεν παράγεται μέσω ορθολογικής διάκρισης, αλλά μέσα από κοινές βιωματικές ψηφιακές εμπειρίες, οι οποίες αποκτούν χαρακτηριστικά μυητικών τελετών και τελετουργιών. Οι «διδάσκαλοι» και οι «γκουρού» αυτών των συστημάτων λειτουργούν ως σύγχρονοι Φύρερ, διαμορφώνοντας την ατομική συνείδηση και καθοδηγώντας την κοινωνική συμπεριφορά.
Στον 21ο αιώνα, ο Άχρονος Φασισμός δεν αποτελεί μόνο πολιτική απειλή· είναι ψυχονοοτροπία και τεχνολογικό οικοδόμημα, που μετατρέπει την εσωτερική πειθαρχία σε αυτοκαθορισμένη υποταγή, ενώ η χειραγώγηση της γνώσης και της παράδοσης λειτουργεί ως αόρατο, αλλά ισχυρό όπλο ελέγχου.
Η Arendt επισημαίνει:
«Η ανάγκη για ανήκειν, για ένταξη σε ένα σύνολο που υπερβαίνει το άτομο, καθιστά τον φασισμό ελκυστικό όχι ως βία, αλλά ως υπόσχεση νοήματος.»
Στον 21ο αιώνα, ο Άχρονος Φασισμός αναζητά νέους τρόπους έκφρασης, αξιοποιώντας τις δυνατότητες της τεχνολογίας και της μαζικής ψυχολογίας. Οι «Γκουρού» του παρελθόντος μετατρέπονται σε «influencers». Παραπλανημένοι και οι ίδιοι, αναπαράγουν την πλάνη τους και προπαγανδίζουν την ιδεολογία του φασισμού με σταδιακή αποκάλυψη και μεθοδευμένη χειραγώγηση, δημιουργώντας ένα σύστημα ψηφιακής προπαγάνδας.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, ο Άχρονος Φασισμός σπανίως χρειάζεται φυσική βία: η πειθαρχία γίνεται εσωτερική και αυτοεπιβαλλόμενη. Η γνώση δεν παράγεται μέσω ορθολογικής διάκρισης, αλλά μέσα από κοινές βιωματικές ψηφιακές εμπειρίες, οι οποίες αποκτούν χαρακτηριστικά μυητικών τελετών και τελετουργιών. Οι «διδάσκαλοι» και οι «γκουρού» αυτών των συστημάτων λειτουργούν ως σύγχρονοι Φύρερ, διαμορφώνοντας την ατομική συνείδηση και καθοδηγώντας την κοινωνική συμπεριφορά.
Στον 21ο αιώνα, ο Άχρονος Φασισμός δεν αποτελεί μόνο πολιτική απειλή· είναι ψυχονοοτροπία και τεχνολογικό οικοδόμημα, που μετατρέπει την εσωτερική πειθαρχία σε αυτοκαθορισμένη υποταγή, ενώ η χειραγώγηση της γνώσης και της παράδοσης λειτουργεί ως αόρατο, αλλά ισχυρό όπλο ελέγχου.
🧩 Νέα Εποχή και Άχρονος Φασισμός
Το ιδεολογικό υπόβαθρο στο οποίο εντάσσονται οργανώσεις όπως η Νέα Ακρόπολη δεν προέκυψε αποσπασματικά, αλλά συγκροτήθηκε ιστορικά μέσα από ρεύματα του 19ου αιώνα, κυρίως τη Θεοσοφία και τον Τεκτονισμό, και εξαπλώθηκε διεθνώς υπό τον γενικότερο τίτλο της «Νέας Εποχής». Κεντρικό χαρακτηριστικό αυτής της κοσμοθεώρησης αποτελεί η επιλεκτική συγκριτική μελέτη θρησκευτικών και φιλοσοφικών παραδόσεων, με στόχο την ανάδειξη μιας υποτιθέμενης ενιαίας, υπερ-ιστορικής αλήθειας που φέρεται να προϋπάρχει και να υπερβαίνει τις επιμέρους θρησκείες.
Η σύνθεση αυτή οδηγεί στη διαμόρφωση μιας ενοποιημένης μεταφυσικής αφήγησης, στην οποία ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως φορέας έμφυτης θεϊκότητας και η σωτηρία νοείται ως αποτέλεσμα εσωτερικής γνώσης, αυτοπραγμάτωσης και εξελικτικής ανόδου. Η έννοια της χάριτος ή της προσωπικής θείας παρέμβασης υποχωρεί, ενώ προβάλλεται ένα κοσμοείδωλο στο οποίο η ανθρώπινη εξέλιξη διέπεται από απρόσωπους και αναπόδραστους νόμους, όπως το κάρμα και η μετενσάρκωση.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πίστη σε ανώτερες καθοδηγητικές οντότητες, συχνά περιγραφόμενες ως «Διδάσκαλοι Σοφίας» ή «Λευκή Αδελφότητα», οι οποίες φέρονται να κατευθύνουν την ανθρωπότητα μέσω επιλεγμένων διαμεσολαβητών. Οι μορφές αυτών των διαμεσολαβητών —ηγέτες, μύστες, διδάσκαλοι ή χαρισματικές προσωπικότητες— προσλαμβάνουν ιδιαίτερο κύρος, καθώς παρουσιάζονται ως φορείς ανώτερης γνώσης και ιστορικής αποστολής. Η εξουσία τους δεν θεμελιώνεται σε κοινωνική συναίνεση, αλλά σε μια υπερβατική νομιμοποίηση, που τοποθετείται πέρα από τον έλεγχο και την κριτική.
Ιδιαίτερη θέση κατέχει και η αστρολογική ερμηνεία της ιστορίας, σύμφωνα με την οποία η ανθρωπότητα διέρχεται διαδοχικές «Εποχές», καθεμία από τις οποίες συνδέεται με διαφορετικό πνευματικό παράδειγμα. Στο αφήγημα αυτό, η χριστιανική περίοδος τοποθετείται στο παρελθόν ως ξεπερασμένο στάδιο, ενώ η επερχόμενη «Εποχή του Υδροχόου» παρουσιάζεται ως μεταβατικό διάστημα ριζικών ανακατατάξεων, συχνά συνοδευόμενο από καταστροφικές προσδοκίες και την υπόσχεση μιας μελλοντικής «χρυσής εποχής». Η ιστορία, έτσι, παύει να νοείται ως ανοιχτό πεδίο ανθρώπινης ευθύνης και μετατρέπεται σε προκαθορισμένη εξελικτική αναγκαιότητα. Σε αυτό το background επανεμφανίζεται ο φασισμός όπου συγκροτείται μια ιεραρχική κοσμοαντίληψη, μια ελίτ φορέων της «αλήθειας» και μια αντίληψη ιστορικής αποστολής που υπερβαίνει το άτομο. Η πειθαρχία, η υποταγή σε ανώτερη καθοδήγηση και η αποδυνάμωση της ατομικής κρίσης δεν προβάλλονται ως καταναγκασμός, αλλά ως αναγκαία στάδια πνευματικής εξέλιξης.
Για έναν εξωτερικό παρατηρητή, οι παραπάνω ιδέες μπορεί να εκληφθούν ως εναλλακτική μεταφυσική πρόταση. Για όσους, όμως, έχουν βιώσει εκ των έσω τις μυητικές δομές και τις πρακτικές τους, η συνολική αυτή αναδιάταξη νοημάτων συχνά γίνεται αντιληπτή ως βαθιά αντιστροφή θεμελιωδών θρησκευτικών και ηθικών εννοιών. Η αντικατάσταση της σχέσης με έναν προσωπικό Θεό από έναν απρόσωπο εξελικτικό «νόμο», καθώς και η μετάθεση της λύτρωσης από τη σφαίρα της συγχώρεσης στη σφαίρα της αυτο-τελείωσης, συνιστούν κομβικά σημεία αυτής της μετατόπισης.
Χωρίς να απαιτείται η υιοθέτηση θεολογικών αξιολογήσεων, η προσεκτική ανάλυση αυτών των δομών επιτρέπει την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η Νέα Εποχή και οι οργανώσεις που εμπνέονται από αυτήν συγκροτούν ένα συνεκτικό, αλλά ριζικά διαφορετικό κοσμοείδωλο, το οποίο επαναπροσδιορίζει —και σε ορισμένες περιπτώσεις αναστρέφει— έννοιες όπως Θεός, άνθρωπος, σωτηρία και εξουσία.
🧩 Ο Άχρονος Φασισμός και η Διαχρονική του Εκδήλωση στις Καταστροφικές Ιδεολογίες
Ο φασισμός δεν αποτελεί ένα επεισόδιο κλεισμένο στα αρχεία του 20ού αιώνα. Δεν είναι απλώς μια πολιτική παρέκκλιση, ούτε ένα ιστορικό τραύμα που επουλώθηκε με την ήττα των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Υπάρχει κάτι βαθύτερο και πιο ανθεκτικό: μια ψυχονοοτροπία υποταγής, ένας τρόπος σκέψης και ύπαρξης που διασχίζει τους αιώνες, μεταμορφώνεται, αλλά δεν εξαφανίζεται. Αυτόν τον πυρήνα ονομάζουμε Άχρονο Φασισμό.
Ο Άχρονος Φασισμός δεν φορεί πάντοτε στολή, ούτε κρατά πάντα λάβαρα. Άλλοτε εμφανίζεται ως μυστική αδελφότητα, άλλοτε ως πνευματικό σχολείο, άλλοτε ως πολιτικό κόμμα ή «πολιτιστικός οργανισμός». Εκείνο που παραμένει αμετάβλητο είναι η εσωτερική του λογική: η αναζήτηση απόλυτης τάξης μέσω απόλυτης υποταγής.
Αν παρατηρήσει κανείς τις φασιστικές οργανώσεις όχι επιφανειακά, αλλά στο βάθος της δομής τους, θα διακρίνει έναν ενοποιημένο σκελετό ιδεών. Από τη Θεοσοφική Εταιρεία του 19ου αιώνα έως τις σύγχρονες νεοναζιστικές και παραφιλοσοφικές οργανώσεις, αναδύεται σταθερά μια τριπλή βάση.
Πρώτον, η μυστικιστική ιεραρχία: η πεποίθηση ότι η ανθρωπότητα δεν είναι ενιαία, αλλά διαχωρισμένη σε επίπεδα γνώσης και αξίας. Κάποιοι είναι «εκλεκτοί», φορείς μιας ανώτερης αλήθειας — μια Λευκή Αδελφότητα, μια αόρατη ελίτ που γνωρίζει και καθοδηγεί. Οι υπόλοιποι υπάρχουν για να ακολουθούν.
Δεύτερον, η φυλετική ταξινόμηση: όχι μόνο βιολογική, αλλά και πνευματική. Οι άνθρωποι δεν θεωρούνται ίσοι ούτε ως σώματα ούτε ως ψυχές. Άλλοι ανήκουν στις «ανώτερες» βαθμίδες της εξέλιξης, άλλοι εμφανίζονται ως κατάλοιπα, ως εμπόδια ή απλώς ως αναλώσιμο υλικό της Ιστορίας.
Τρίτον, η πολιτική θεοκρατία: η συγχώνευση πνευματικής και πολιτικής εξουσίας σε ένα ενιαίο σχήμα, όπου ο ηγέτης δεν κυβερνά απλώς, αλλά ενσαρκώνει μια δήθεν υπερβατική αποστολή. Η υπακοή σε αυτόν δεν είναι πολιτική επιλογή· είναι ηθικό και σχεδόν θρησκευτικό καθήκον.
Οι ιδέες αυτές δεν γεννήθηκαν απότομα. Ρέουν μέσα στον χρόνο, αλλάζοντας μορφή χωρίς να αλλάζουν ουσία. Από τη θεοσοφική κοσμογονία της Μπλαβάτσκυ, με τις «Ριζικές Φυλές» και την εξελικτική ιεράρχηση της ανθρωπότητας, περνούν στον αποκρυφιστικό τεκτονισμό των Πάικ και Λεβί, όπου η γνώση μετατρέπεται σε μυστικό προνόμιο.
Όταν αυτές οι δοξασίες πολιτικοποιούνται, γεννιούνται οργανώσεις όπως η Εταιρεία της Θούλης και το Γερμανικό Τάγμα της Χρυσής Αυγής. Εκεί, ο μυστικισμός μετασχηματίζεται σε εθνικιστικό μύθο και ο μύθος σε πολεμική ιδεολογία. Ο ναζισμός δεν δημιούργησε κάτι ουσιαστικά νέο· απλώς κρατικοποίησε αυτό που ήδη υπήρχε, μετατρέποντας τις «ανώτερες» και αδιαπραγμάτευτες αφηγήσεις σε νόμο, διοίκηση, στρατό και τελικά σε πόλεμο — τον πιο καταστροφικό που γνώρισε η ανθρωπότητα.
Μετά την ήττα, ο Άχρονος Φασισμός δεν πεθαίνει. Επαναπροσαρμόζεται. Υποχωρεί από την ωμή κρατική βία και αναζητά νέες μάσκες. Μία από αυτές είναι η Νέα Ακρόπολη. Εκεί, ο φασιστικός πυρήνας δεν εμφανίζεται ως πολιτικό πρόγραμμα, αλλά ως «φιλοσοφική παιδεία». Η μύηση είναι σταδιακή, η ιεραρχία αυστηρή, η φυλετική και πνευματική διαστρωμάτωση υπόγεια αλλά παρούσα. Η πολιτική δράση αντικαθίσταται από πολιτιστική διείσδυση — λιγότερο ορατή, αλλά συχνά πιο αποτελεσματική.
Παράλληλα, αλλά με διαφορετικές μεθόδους, η Χρυσή Αυγή του Μιχαλολιάκου επιλέγει την ωμή συνέχεια: ανοιχτό ναζιστικό προφίλ, παραστρατιωτική δομή, συνδυασμό κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής βίας. Εδώ η γραμμή από την Εταιρεία της Θούλης και τον ναζισμό δεν είναι παράλληλη· είναι ευθεία.
Σε διεθνές επίπεδο, οργανώσεις όπως οι Aryan Nations, τα νεοθεοσοφικά σχήματα τύπου Universal and Triumphant ή οι νεοπαγανιστικές αναβιώσεις του Wotanism και του Armanen-Orden αποδεικνύουν ότι το ίδιο ιδεολογικό υλικό συνεχίζει να ανακυκλώνεται, προσαρμοζόμενο κάθε φορά στις ανάγκες της εποχής.
Πίσω από όλες αυτές τις μορφές διακρίνονται σταθεροί άξονες: η μυστικότητα, η σκληρή ιεραρχία, η φυλετική θεωρία, η απολυτοποιημένη ηγεσία, ο συγκρητισμός πνευματικών παραδόσεων, ο αποκαλυπτικός λόγος περί επικείμενων μεγάλων αλλαγών και, τέλος, η πολιτική θεοκρατία. Δεν πρόκειται για ιστορικά ατυχήματα, αλλά για ένα ενιαίο σύστημα σκέψης που αναπαράγεται.
Ο Άχρονος Φασισμός δεν επαναλαμβάνεται· συνεχίζεται. Αλλάζει ρούχα, αλλά όχι ψυχή. Από τις μυστικές εταιρείες του 19ου αιώνα έως τις σύγχρονες πολιτικές ή «φιλοσοφικές» οργανώσεις, παραμένει ο ίδιος βαθύς πόθος: να αντικατασταθεί η αβεβαιότητα της ελευθερίας με τη βεβαιότητα της υποταγής.
Η κατανόηση αυτού του διαχρονικού φαινομένου δεν είναι απλώς ιστορική άσκηση. Είναι πράξη εγρήγορσης. Διότι μόνο όταν αναγνωρίζουμε τον πυρήνα πίσω από τις μορφές, μπορούμε να δούμε τον φασισμό εκεί όπου δεν δηλώνει το όνομα του — αλλά ζητά, σιωπηλά, να του παραδώσουμε τη σκέψη μας.
Η εξαιρετική προσαρμοστικότητα αυτής της ιδεολογίας θα αναλυθεί στην συνέχεια για να γίνει κατανοητό το γιατί:
Κεφάλαιο 3
Επιρροές στη δημιουργία του ναζισμού
Οι επιρροές στον Χίτλερ και το NSDAP ήταν πολυδιάστατες: Οι κύριες ρίζες του Ναζισμού βρίσκονται στον αντισημιτισμό, τον ρατσισμό, το έντονο εθνικισμό και το revanchism (κίνημα «εκδίκησης») της μεταπολεμικής Γερμανίας, στην οικονομική κρίση, στο φόβο για τον κομουνισμό και στην αποτυχία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ο αποκρυφισμός (π.χ. μέσω της Εταιρείας του Θούλης και του Τάγματος της Χρυσής Αυγής) αποτελεί μια ακόμα πτυχή της ιστορίας αυτής που κατέληξε στον χειρότερο πόλεμο που έχει βιώσει η ανθρωπότητα. Η σύνδεση μπορεί να είναι έμμεση ή αιτιακή: Ενώ είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Χίτλερ και άλλα στελέχη (όπως ο Χάιντριχ Χίμλερ) ενδιαφέρθηκαν για αποκρυφιστικές ιδέες και μυστικές εταιρείες στις οποίες εντάχθηκαν, είναι αμφίβολο αν αυτές χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο ως εργαλείο για τη δημιουργία μυθολογίας, αφηγημάτων και συμβολισμού για το κράτος ή αν υπήρξαν ο βασικός πυρήνας της ιδεολογίας και η κατευθυντήρια γραμμή τους. Το σίγουρο είναι ότι η ιδεολογία του Ναζισμού ήταν από την γέννηση της όχι μόνο πολιτική αλλά και ρατσιστική και αποκρυφιστική.
Οι επιρροές στις έννοιες και πρακτικές της Εταιρεία της Θούλης και του Ερμητικού Τάγματος της Χρυσής Αυγής περιλαμβάνουν: Τεκτονισμό, Illuminati, , Ροδόσταυροι, Θεοσοφία, Θελήμα(Thelema), Wotanism, ArmanenOrden & Άχρονο Φασισμό, θεωρίες των φυλετικών διακρίσεων, Μεγάλη Λευκή Αδελφότητα, ΕσωτερικόΧριστιανισμό & Καμα, Αρχαία Αιγυπτιακή θρησκεία, Θεουργία, Αλχημεία, Αστρολογία, Αρμανισμό, Ενωχιανή μαγεία, Γριμόριο, καθώς και Ελιφάς Λεβί, Άλμπερτ Πάικ, Ελένα Μπλαβάτσκυ, Ζεράρ Ανκώς, Τζον Ντη, Έντουαρτ Κέλλυ, Joseph Arthur, Comte de Gobineau. Άννα Κίνγκσφορντ, Φρέντερικ Χόκλεϋ και Guido von List.
Η Εταιρεία της Θούλης
Η Εταιρεία της Θούλης. (γερμ. Thule-Gesellschaft) ήταν ακροδεξιά μυστική οργάνωση που ιδρύθηκε προς το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο Μόναχο. Πήρε το όνομά της από την Ύστατη Θούλη, την τελευταία χώρα του Βορρά, στην οποία είχε αναφερθεί ο αρχαίος Έλληνας εξερευνητής Πυθέας. Σύμβολο της Εταιρείας της Θούλης ήταν η σβάστικα. Προς το τέλος του 1917 ο Rudolf von Sebottendorf (Ρούντολφ φον Σεμπότεντορφ) ίδρυσε την Εταιρείας της Θούλης στην πόλη του Μονάχου, η οποία αποτελούσε ήδη κατά τη διάρκεια του πολέμου σημαντικό κέντρο της εθνικιστικής δραστηριότητας του Παγγερμανικού Συνδέσμου (Alldeutscher Verband). Ο ιδρυτής της εταιρείας, δήλωνε Ροδόσταυρος, Μουσουλμάνος και πιστός στον Όντιν. Είχε σχέση με το Τάγμα των Δερβίσηδων, τους Σούφι και με το Γερμανικό Τάγμα του Αγίου Δισκοπότηρου. Η εταιρεία πραγματοποίησε τα επίσημα εγκαίνιά της ταυτόχρονα με μια τελετή χειμερινού ηλιοστάσιου, τον τον Δεκέμβριο του 1917.Ιδεολογία του Τάγματος της Θούλης. Η ρατσιστική ιδεολογία της Εταιρείας της Θούλης ήταν εμπνευσμένη από την αριοσοφία του Γκουίντο φον Λιστ (μέλος του Γερμανικού Τάγματος). Στην ιδεολογία αυτή βασίστηκε και ο Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (μέλος της εταιρείας, αργότερα εθνικοσοσιαλιστής πολιτικός) στο περίφημο βιβλίο του "Μύθος του 20ού αιώνα" ("Mythus des Zwanzigsten Jahrhunderts"). Το έργο αυτό μας παραπέμπει στις εξελικτικές θεωρίες των φυλετικών διακαύσεων που έχουν την βάση τους στην ύπαρξη της χαμένης ηπείρου, της Ατλαντίδας. Αναφέρει χαρακτηριστικά: "Εκεί που σκάνε τα κύματα του Ατλαντικού, στα γιγαντιαία παγόβουνα, κάποτε υπήρχε μια ανθούσα ήπειρος, η Ατλαντίδα, όπου μεγαλούργησε μια φυλή με τεράστιο πολιτισμό η οποία βυθιζόμενη έστειλε τα παιδιά της στον κόσμο ως ταξιδιώτες πολεμιστές."
Η Θούλη, σύμφωνα με τις θεωρίες της Αριοσοφίας και των αποκρυφιστικών ρευμάτων που επηρέασαν τον ναζισμό, θεωρούνταν ως μυθική «βόρεια κοιτίδα» των Άριων. Οι υποστηρικτές αυτών των θεωριών συνέδεαν τη Θούλη με την Ποσειδωνία, το τελευταίο κατάλοιπο της φανταστικής Ατλαντίδας, και την Υπερβόρεια φυλή, από την οποία υποτίθεται ότι προήλθε η Αρία φυλή. Η Θούλη ταυτίζεται με τις περιγραφές του αρχαίου Έλληνα γεωγράφου Πυθέα (4ος αιώνας π.Χ.), ο οποίος περιέγραψε μια βόρεια χώρα, πιθανόν στη Σκανδιναβία, ως «Thule». Σε αυτή την μυθολογική αφήγηση, οι Άριοι ταξίδευαν από τη Θούλη προς την Ευρώπη, με ορισμένους να φτάνουν στην περιοχή που σήμερα θεωρείται Γερμανία. Υπάρχει όμως μια σύγχυση μεταξύ της Θούλης (Thule) και της Θule (Thule). Η Θούλη ήταν ένας μυθικός/ημι-μυθικός τόπος στην άκρη του γνωστού κόσμου στην κλασική ευρωπαϊκή γεωγραφία (που αναφέρεται από τον Πυθέα). Στη θεοσοφία, η "Ασφάλεια" ή το "Λαϊκό Λεβίσκο" (the "Seed" or "Life-Boat") για τη μετάβαση από την Ατλαντίδα στην Αρία φυλή συνδέεται περισσότερο με την έρημο Γκόμπι/Κεντρική Ασία και όχι απαραίτητα με τη βόρεια Θούλη. Η σύνδεση Θούλης-Γερμανίας είναι πιο ισχυρή στον εσωτερισμό του 20ού αιώνα και στον ναζισμό, παρά στην αυθεντική θεοσοφική διδασκαλία. Αξίζει να σημειωθεί ότι όλες αυτές οι συνδέσεις είναι αποκλειστικά μυθολογικές και ιδεολογικές κατασκευές. Δεν υπάρχουν ιστορικά ή αρχαιολογικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι η Θούλη ήταν πραγματική κοιτίδα μιας φυλής ή ότι οι «Άριοι» μετανάστευσαν από εκεί στη Γερμανία. Οι αφηγήσεις αυτές χρησίμευαν κυρίως ως ιδεολογικό εργαλείο για την υποστήριξη θεωριών φυλετικής υπεροχής και μυστικιστικών ιδεολογιών.
Η βασική ιδεολογία του Τάγματος αυτού είναι ότι η γη δεν φτάνει για όλους, ούτε ανήκει στις κατώτερες φυλές υπανθρώπων. Μόνο οι Άριοι και οι εκλεκτοί αξίζει να επιβιώσουν. Το πέρασμα από την εποχή των Ιχθύων στην εποχή του Υδροχόου θα σηματοδοτήσει, μέσα από πολέμους και καταστροφές, το τέλος ενός κόσμου και η αρχή ενός άλλου νέου και καλύτερου.
Στις 18 Αυγούστου 1918 η Εταιρεία της Θούλης σε μια μεγάλη αίθουσα στο Μόναχο πραγματοποιεί τελετή μύησης όπου ο υποψήφιος μυημένος έπρεπε συμβολικά να κάνει "το ταξίδι επιστροφής" ενώ ο Μέγιστρας του Τάγματος μαζί με δύο ιππότες με ξίφος και λευκούς μανδύες έμπαινε στην σκηνή τραγουδώντας μια Άρια από την όπερα Τανχόιζερ (Βάγκνερ) που αναφέρεται στην λατρεία του Ιππότη για την Αφροδίτη. Για την τελετή αυτή τυπώθηκε ένα φυλλάδιο με εξώφυλλο το σύμβολο του Όντιν και μια σβάστικα. Μετά την τελετή αυτή τα μέλη από διακόσια έφτασαν τα χίλια πεντακόσια στην Βαυαρία.
Ως έμβλημα της εταιρείας ορίστηκε ο αγκυλωτός σταυρός με φωτοστέφανο, πίσω από σπαθί. Ο αγκυλωτός σταυρός ήταν στη Γερμανία της εποχής εκείνης ήδη χαρακτηριστικό σύμβολο εθνικισμού και αντισημιτισμού.
Το Ερμητικό Τάγμα της Χρυσής Αυγής (Hermetic Order of the Golden Dawn)
Το Ερμητικό Τάγμα της Χρυσής Αυγής (λατινικά: Ordo Hermeticus Aurorae Aureae, αγγλικά: Hermetic Order of the Golden Dawn) ιδρύθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και έγινε μία από τις σημαντικότερες επιρροές στον δυτικό αποκρυφισμό του 20ού αιώνα. Το τάγμα προσέλκυε μέλη με το πρόσχημα της μελέτης και πρακτικής εφαρμογής του αποκρυφισμού, της μεταφυσικής, της θεουργίας και της συμβολολογίας. Πολλά στοιχεία από τις πρακτικές του, όπως η χρήση ταρό, αλχημείας, αστρολογίας και μυητικών τελετών, επηρέασαν αργότερα σύγχρονες παραδόσεις όπως η Γουίκα και το Θέλημα (Thelema).
Το Τάγμα της Χρυσής Αυγής αποτελούσε τον εκλεκτό πυρήνα της Εταιρείας της Θούλης. Στο μυθιστόρημα του Edward Bulwer-Lytton, The Coming Race (1871), αναφέρεται μια ενεργειακή μορφή που ονομάζεται "Vril". Βασισμένοι σε αυτό το βιβλίο, το 1960, ο Louis Pauwels και ο Jacques Bergier στο βιβλίο τους Le Matin des Magiciens («Το Πρωινό των Μάγων») υποστήριξαν ότι η ονομασία Vril προέρχεται στην πραγματικότητα από μια μυστική εταιρεία, η οποία υπήρξε ο πρόδρομος της Εταιρείας της Θούλης και του Ναζιστικού Κόμματος. Ήταν μια μυστική ομάδα αποκρυφιστών, που είχε σχέση με το Ερμητικό Τάγμα της Χρυσής Αυγής, στο οποίο μυήθηκε ο ίδιος ο Αδόλφος Χίτλερ, από όπου διδάχτηκε και ολόκληρη την ιδεολογία του. Η Εταιρεία της Θούλης και το Τάγμα της Χρυσής Αυγής υπήρξαν ο πυρήνας του Τρίτου Ράιχ. Τα μέλη της εταιρείας Anton Drexler και Karl Harrer ίδρυσαν τον Ιανουάριο του 1919 το Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (DAP, το κατοπινό NSDAP). Μέσω του νέου αυτού κόμματος, η εταιρεία είχε σκοπό να βρει οπαδούς και μεταξύ των Γερμανών εργατών. Τον Σεπτέμβριο του 1919, ο Αδόλφος Χίτλερ παρακολούθησε για πρώτη φορά συνεδρίαση του μικρού ακόμη κόμματος, στο οποίο προσχώρησε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους. Τον Ιούλιο του 1921 έγινε πρόεδρος του – στο μεταξύ μετονομασμένου σε NSDAP – κόμματος. Η ιδρυτική ιστορία του DAP και το γεγονός ότι προεξάρχοντα μέλη της Εταιρείας της Θούλης εμφανίστηκαν αργότερα και στο NSDAP δείχνει με ποιον τρόπο πέρασαν βασικά ιδεολογικά στοιχεία της Εταιρείας στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα. Τα μέλη αυτά ήταν μεταξύ άλλων οι Dietrich Eckart, Rudolf Hess, Alfred Rosenberg, Julius Streicher και Hans Frank. Επίσης, ο ιδρυτής του DAP, Anton Drexler, ήταν αυτός που έπεισε τον Χίτλερ να χρησιμοποιήσει τον αγκυλωτό σταυρό (σβάστικα) ως έμβλημα του NSDAP.
Οι τρεις κύριοι ιδρυτές του τάγματος ήταν οι William Robert Woodman, William Wynn Westcott και Samuel Liddell MacGregor Mathers. Όλοι τους είχαν εμπειρία στον τεκτονισμό και τη Θεοσοφία και συνδέονταν με μυστικές οργανώσεις όπως η Εταιρεία της Θούλης και οι Ροδόσταυροι στην Αγγλία. Ο Westcott θεωρείται η βασική κινητήρια δύναμη πίσω από την ίδρυση του τάγματος.
Το τάγμα οργανώθηκε σε τρεις κύριες τάξεις, οι οποίες συνδύαζαν θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση:
-
Πρώτη Τάξη (Χρυσή Αυγή): Διδάσκονταν βασικές έννοιες της Ερμητικής Καββάλα, των τεσσάρων στοιχείων, αστρολογίας και γεωμαντείας.
-
Δεύτερη Τάξη (Rosae Rubeae et Aureae Crucis): Εστίαζε σε πρακτικές μαγείας, ενόρασης, αστρικής προβολής και αλχημείας.
-
Τρίτη Τάξη («Μυστικοί Αρχηγοί»): Υποτίθεται ότι καθοδηγούσε τις κατώτερες τάξεις μέσω επικοινωνίας με «πνεύματα» των προηγούμενων τάξεων. Η Εταιρεία της Θούλης και το Τάγμα της Χρυσής Αυγής υποτίθεται ότι καθοδηγούταν από την Μεγάλη Λευκή Αδελφότητα. Οι διδασκαλίες τους προέρχονταν από την ίδια ιεραρχία μύησης παρόμοια με αυτή του Τεκτονισμού. Οι ιδέες για αυτό το μυστικό συμβούλιο σοφών, με διαφορετικά ονόματα, ήταν ευρέως διαδεδομένο χαρακτηριστικό του εσωτερισμού του τέλους του 19ου και αρχών του 20ου αιώνα. Ο Arthur Edward Waite, στο έργο του Book of Black Magic and of Pacts (1898), υπαινίχθηκε την ύπαρξη μιας μυστικής ομάδας μυημένων οι οποίοι διασπείρουν αλήθεια και σοφία σε αυτούς που είναι άξιοι. Όταν ήταν νέος, ο Άλιστερ Κρόουλι, διαβάζοντας το παραπάνω έργο, έγραψε στο βιβλίο του "Goetia" ότι, κατευθύνθηκε από αυτήν να διαβάσει το βιβλίο του Karl von Eckartshausen. Η αναζήτηση του Κρόουλι για αυτή τη μυστική γνώση της Μεγάλης Λευκής Αδελφότητας τελικά τον οδήγησε να μυηθεί στο Ερμητικό Τάγμα της Χρυσής Αυγής, μέσω του οποίου θεωρούσε τον εαυτό του μέλος του «ορατού» και γήινου σκέλους της Μεγάλης Λευκής Αδελφότητας. Οι ιδέες του Eckartshausen επεκτάθηκαν στις διδασκαλίες της Μπλαβάτσκυ όπως αναπτύχτηκαν από τους Τσαρλς Γουέμπστερ Λιντμπίτερ, Άλις Μπέιλι, και Ελένα Ρέριχ.Το τάγμα συχνά περιγράφεται με μασονικά πρότυπα ιεραρχίας και μύησης και προσέλκυσε μέλη από διάφορες κοινωνικές τάξεις, όπως δικηγόρους, καθηγητές, γιατρούς και επιχειρηματίες. Στην ακμή του, είχε λίγες εκατοντάδες μέλη, αλλά με σημαντική κοινωνική επιρροή.
Οι θεοσοφικές διδασκαλίες, όπως διατυπώθηκαν από την Ελένα Μπλαβάτσκι, επηρέασαν την αντίληψη του «Σατανά» και των «πεσμένων αγγέλων» ως πνευματικών ευεργετών της ανθρωπότητας. Στο πλαίσιο αυτό, η γνώση και η προσωπική ελευθερία συνδέονται με την αποδοχή των μυστικών διδασκαλιών, ενώ η παραδοσιακή χριστιανική ερμηνεία περί αμαρτίας θεωρείται περιοριστική. Ο Σατανάς ή Λούσιφερ συμβολίζει, σύμφωνα με τη θεοσοφική θεώρηση, την πηγή γνώσης, ανεξαρτησίας και πνευματικής αφύπνισης.
Τεκτονισμός
Γράφει στο βιβλίο του ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΕΚΤΟΝΩΝ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΟΥ ΣΚΩΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ: " Ο Διάβολος για τους αμαθείς είναι η προσωποποίηση του αθεϊσμού ή της ειδωλολατρίας. Για τους Mύστες όμως ο Διάβολος δεν είναι πρόσωπο, αλλά μία δύναμη, δημιουργημένη για καλό, πού μπορεί όμως να χρησιμεύσει και για κακό. Είναι το όργανο της ελευθερίας ή ελεύθερης θέλησης [...] έτσι προέκυψε ο τράγος Μπαφομετ, αδελφός του Αρχαίου Όφεως, ο Εωσφόρος ή Φωσφόρος, από τον οποίο οι ποιητές έχουν δημιουργήσει τον κακό Λούσιφερ". Ο επηρεασμός της Μπλαβάτσκυ από τον εωσφοριστή μασόνο Άλμπερτ Πάικ αποτελεί μέρος του γενικού τοπίου που υπήρχε την εποχή εκείνη. Την εποχή εκείνη υπήρξε ένα εωσφορικό κίνημα μέσα στην Μασονία που αποδεικνύεται και από τον μάγιστρα του μυστικισμού Ελιφάς Λεβί που χάρισε στις σκοτεινές λατρείες τον τραγόμορφο Σατανά τους. Στον οποίο οφείλουν οι σατανιστές την αναπαράσταση του τραγόμορφου δαίμονα των Ναϊτών Ιπποτών, του Μπάφομετ, τον οποίο περιέγραψε και εικονογράφησε το 1854 ο Ελιφάς ως μια φτερωτή ανθρωπόμορφη αίγα με δυο στήθη και μια πεντάλφα στο μέτωπο, αποκαλώντας τη «Μενσήσιο Τράγο». Τον Μάιο του 1861 ο Ελιφάς επέστρεψε στο Λονδίνο και η νέα του αυτή παραμονή έμεινε θρυλική, καθώς βρήκε τη θέση της στη «Βασιλική Μασονική Εγκυκλοπαίδεια», το αποκρυφιστικό «Ευαγγέλιο» του ηγέτη των Ροδόσταυρων, Κένεθ Μακένζι. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι το διαβόητο Ερμητικό Τάγμα της Χρυσής Αυγής που ιδρύθηκε λίγο αργότερα πάτησε πάνω στα κηρύγματα του Ελιφάς Λεβί και της Μπλαβάτσκυ. Όσο για τον Εωσφόρο, δεν είναι το πνεύμα του κακού στη σκέψη του Ελιφάς, αλλά το απόλυτο πνεύμα της ανταρσίας, το πνεύμα της υπερηφάνειας, που πολέμησε ενάντια στον Θεό.: "Ω Εωσφόρε, εξήλθες από τους κόλπους του Θεού, και ο Θεός σε κάλεσε κοντά του. Είσαι η πνοή του στόματος του και ο πόθος της καρδιάς του. Δεν άκουσες διότι κατάλαβες —και δεν υπάκουσες διότι αγάπησες. Δόξα σε σένα, πνεύμα της νοημοσύνης και της αγάπης, διότι όπως ο Χριστός υπέφερε το μαρτύριο του σταυρού, εσύ υπέφερες το μαρτύριο της κολάσεως. Ο κόσμος σε καταράστηκε, όπως τον καταράστηκες, κι όπως κι αυτός, συγκαταλέχτηκες στην τάξη των νεκρών. Ιδού όμως που ξεπροβάλλεις αθάνατος λυτρωτής αγγέλων. Κι ο Χριστός, ο οποίος μέσα στον ουρανό του βασιλεύει, εξακολουθεί να είναι στεφανωμένος μ’ αγκάθια, θα λάβει από τα χέρια σου ένα χρυσό στέμμα» («Η Βίβλος της Ελευθερίας»). Στο έργο του Άλμπερτ Πάικ με τίτλο, Αρχές και φιλοσοφία των Ελευθεροτεκτόνων του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου ( Morals and Dogma) Ροδοσταυρικό Περιστύλιο, ορισμένα τμήματα του παρουσιάζουν όμοια σημεία ή περικοπές από έργα του Λεβί.
Η Θεοσοφική Εταιρεία
Αξιοσημείωτα σημεία: 1. Η ελληνική λέξη Θεοσοφική δεν μεταφράστηκε άμεσα στα αγγλικά, αλλά διατηρήθηκε σχεδόν αυτούσια για να παραπέμπει στη λέξη όφις που μόνο στην Ελληνική γλώσσα προκύπτει (Θεός -Όφις). 2.Η λέξη Theossoficul, αν διαβαστεί ανάποδα, σχηματίζει το Lucifer. 3. Ακόμα και στην περίπτωση που ακολουθήσει κάποιος την ανάγνωση της ονομασίας τους ως Θεοσοφία τότε από την ανάλυση της λέξης, Θεός Σοφία (Theos Sofia) προκύπτει το διπλό S (SS) που ενέπνευσε το Τάγμα της Χρυσής Αυγής, αλλά και τα SS του Χίμλερ.
Το 1885 ιδρύθηκε στο Λονδίνο η Στοά Μπλαβάτσκυ, αφού παράλληλα με τα καθήκοντα της στην THOSSOFICUL SOCITY δίδασκε και σε Μασονικές στοές. Η ύπαρξη μιας μασονικής στοάς με το όνομα της δείχνει την επιρροή της στο πνευματικό κλίμα της εποχής, αλλά δεν σημαίνει ότι η ίδια η Θεοσοφική Εταιρεία ήταν μασονική οργάνωση. Ήταν ξεχωριστή, αν και με αλληλεπικαλυπτόμενα μέλη και ιδέες.
Τον Σεπτέμβριο του 1887 εκδίδει το πρώτο τεύχος του περιοδικού με την ονομασία Lucifer (Εωσφόρος). Η ίδια δηλώνει ότι σκοπός του περιοδικού είναι να φέρει στο φως τα κρυμμένα πράγματα του Σκότους. Επιπροσθέτως, δικαιολογεί ότι ο Εωσφόρος είναι το πρωινό αστέρι της αυγής που αντιστοιχεί στον Ελληνικό Φώσφορο και το Λούσιφερ δεν είναι ούτε ανίερος ούτε σατανικός τίτλος. Είναι ο λατινικός Luciferous. Το όνομα του αγνού κήρυκα του φωτός της ημέρας. Η Κεντρική Σημασία του "Lucifer" ως επιλογή του ονόματος για το περιοδικό δεν ήταν τυχαία. Είναι μια συνειδητή προβοκάτσια και μια δήλωση αρχών. Η ερμηνεία της Μπλαβάτσκυ για τον Λούσιφερ ως "Φωτοφόρο" βασίζεται σε μια γλωσσολογική πραγματικότητα (ο Lucifer στα λατινικά σημαίνει "αυτός που φέρνει το φως"), αλλά επιλέγει να αγνοήσει εντελώς τη θεολογική εξέλιξη του όρου στη χριστιανική παράδοση, όπου Εωσφόρος είναι ο πεπτωκώς αρχάγγελος για τον οποίο γράφει ο Ησαΐας: «Πως έπεσες από τον ουρανό, Εωσφόρε, τέκνο της αυγής». Πριν από την πτώση του ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ουράνια πνεύματα και για τον λόγο αυτό ονομάστηκε Εωσφόρος “αυτός που μεταφέρει το φως” κατέχοντας θέση στο ύψιστο σημείο των Ασωμάτων Δυνάμεων και της πνευματικής τελειότητας. Υπέπεσε όμως στο αμάρτημα της αλαζονείας έτσι ώστε να κάνει ακόμη και των προφήτη Ησαΐα (κεφ. 14, στίχοι 12-15) να αναρωτιέται αλλά και να μας περιγράφει: “Πως έπεσες από τον ουρανό, Εωσφόρε, τέκνο της αυγής! Πάνω στην γη συντρίφτηκες, εσύ που υπέταξες λαούς. Έλεγες μέσα σου: “Στον ουρανό θ’ ανέβω, τον θρόνο μου θα υψώσω πάνω από τα άστρα του Θεού. Θα πάρω θέση πάνω στο βουνό, στο μακρινό βορρά που οι Θεοί συνάζονται. Θ’ ανέβω πάνω από τα σύννεφα και με τον ύψιστο θα είμαι ίσος.” Μα έπεσες μέσα στον Άδη, στης αβύσσου το βυθό”. Ο Εωσφόρος μετά την πτώση του μετατράπηκε σε αρχηγό των δυνάμεων του κακού και εχθρός του ανθρώπου που ξεγέλασε τους πρωτόπλαστους -μέσω της πλάνης του “όφι”, υπέπεσαν στο “προπατορικό αμάρτημα” πράξη που περιγράφεται στο κεφάλαιο της Παλαιάς Διαθήκης «Γένεση».
Ανάμεσα στη θεοσοφία και τον τεκτονισμό
Ένα από τα πρώτα συγγραφικά έργα για την ανισότητα των ανθρώπινων φυλών, θεωρείται το δοκίμιο "Essai sur l'inégalité des races humaines" "Δοκίμιο για την ανισότητα των ανθρώπινων φυλών" του Γάλλου συγγραφέα Αρτύρ ντε Γκομπινώ (Joseph Arthur, Comte de Gobineau) που γράφτηκε το 1853–1855, στο οποίο υποστηρίζει ότι υπάρχουν πνευματικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπινων φυλών, ότι οι πολιτισμοί μειώνονται και πέφτουν όταν οι φυλές αναμιγνύονται και ότι η λευκή φυλή είναι ανώτερη.
Η Μυστική Διδασκαλία και το Δόγμα των Ριζικών Φυλών
Στο έργο της Η Μυστική Διδασκαλία (The Secret Doctrine, 1888), η Έλενα Π. Μπλαβάτσκυ εισάγει την ιδέα των Επτά Ριζικών Φυλών (Seven Root Races), μια μυστικιστική κοσμογονία που περιγράφει την εξέλιξη της ανθρωπότητας μέσα από επτά διαδοχικές Φυλές -ή καλύτερα, ανθρωπότυπους - οι οποίοι αντιπροσωπεύουν όχι μόνο βιολογικά αλλά και ψυχοπνευματικά στάδια εξέλιξης. Σύμφωνα με την Μπλαβάτσκυ, κάθε Ριζική Φυλή υποδιαιρείται σε επτά υποφυλές, οι οποίες με τη σειρά τους περνούν από επτά πολιτισμικά στάδια. Η εξέλιξη των φυλών ακολουθεί ένα μοτίβο μεταβατικής γένεσης το οποίο βασίζεται στο "πρότυπο της σκάλας", ακολουθώντας ένα διαδοχικό σχήμα μεταμόρφωσης και προόδου. Κάθε νέα φυλή προκύπτει από μια συγκεκριμένη υποφυλή της προηγούμενης: Η 2η υποφυλή της 1ης φυλής γεννά τη 2η φυλή. Η 3η υποφυλή της 2ης γεννά την 3η φυλή, κ.ο.κ. Άρα η 6η υποφυλή της 5ης φυλής θα γεννήσει τη 6η Ριζική Φυλή.
Η θεωρία αυτή σύμφωνα με την Μπλαβάτσκυ αντλεί επιρροές από τον ινδουισμό, τον Γνωστικισμό, την Καμπάλα και τη δυτική Αλχημεία, ωστόσο διαστρεβλώνει και εργαλιοποιεί τις πνευματικές παραδόσεις για να στηρίξει μια φυλετικά ιεραρχημένη αντίληψη της ιστορίας.
Οι 7 Ριζικές Φυλές (σύμφωνα με τη Μπλαβάτσκυ):
1η Φυλή – Αιθερική (Polarian Root Race). Άυλα, ασεξουαλικά όντα, που αναπαράγονταν μέσω σχάσης. Θεωρούνται πλήρως εξαφανισμένα.
2η Φυλή – Υπερβόρεια (Hyperborean Root Race). Ερμαφρόδιτη και λιγότερο άυλη από την πρώτη, κατοικούσε σε μια "ηλιακή ήπειρο" στον βόρειο πόλο (την υποθετική Υπερβορεία). Επίσης θεωρείται εξαφανισμένη. Αρχίζει να εμφανίζεται διαχωρισμός φύλων, χωρίς όμως πλήρη υλικότητα.
3η Φυλή – Λεμουριανή (Lemurian Root Race). Η πρώτη πλήρως υλική και βιολογική φυλή, εμφανίζεται στη χαμένη ήπειρο Λεμουρία (στον Ινδικό/Ειρηνικό ωκεανό). Διαθέτει δισεξουαλικά χαρακτηριστικά, μεγάλα σώματα, και σύμφωνα με τη Μπλαβάτσκυ, σκούρο δέρμα. Απόγονοι της θεωρούνται, από τη θεοσοφική σκοπιά, ορισμένες φυλές της Αφρικής, Ινδίας και Ωκεανίας (π.χ. Δραβίδες, Αβορίγινες, Παπούα, Μελανήσιοι).
4η Φυλή – Ατλάντεια (Atlantean Root Race). Συνδέεται με την Ατλαντίδα, και αντιπροσωπεύει την εποχή της μεγάλης πνευματικής ακμής και παρακμής. Οι Ατλάντειοι είχαν μογγολικά χαρακτηριστικά, χρώμα κίτρινο-καφέ και προηγμένο τεχνολογικό και ψυχικό πολιτισμό. Η Μπλαβάτσκυ αναφέρει πως το πολιτικό τους σύστημα ήταν σοσιαλιστικού τύπου όπως αυτό των Ίνκας. Υποφυλές της 4ης φυλής (όπως τις καταγράφει η Μπλαβάτσκυ): 1. Ρμοαχάλ (Rmoahals) 2. Τλαβάτι (Tlavati – σχετίζονται με τους Κρο-Μανιόν) 3. Τολτέκοι (Toltecs) 4. Τουράνιοι (Turanians) 5. Σημίτες και Φοίνικες (Semites, Phoenicians) 6. Ακκάδες (Akkadians) 7. Μογγόλοι (Mongolians). Σημείωση: Ορισμένες από αυτές τις ομάδες υπάρχουν και ως υποφυλές της 5ης φυλής, καθώς οι φυλές "επικαλύπτονται".
5η Φυλή – Άρια (Aryan Root Race). Η τρέχουσα φυλή κατά την Μπλαβάτσκυ. Θεωρείται η πιο ανεπτυγμένη πνευματικά φυλή της εποχής μας, με αποστολή τη συνδυαστική καλλιέργεια της λογικής και του πνεύματος. Η Μπλαβάτσκυ δεν αποδίδει συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα στην Άρια φυλή, όμως η έμφαση που δίνεται στην πνευματική και διανοητική της αποστολή, με στόχο τη σύνθεση λογικής και πνεύματος, ερμηνεύεται, σύμφωνα με την Νέα Ακρόπολη, σαν το πολιτικό της πλαίσιο δράσης να ταυτίζεται με το Δημοκρατικό Πολίτευμα. Υποφυλές της 5ης φυλής (κατά Blavatsky και ερμηνευτές): 1. Ινδοί 2. Άραβες 3. Πέρσες. 4. Κέλτες 5. Σλάβοι και Τεύτονες 6. Αγγλοσάξονες, Γερμανοί, Αμερικανοί 7. Ιάπωνες
6η Φυλή – Νέος Άνθρωπος ή Υπεράνθρωπος. Θα προκύψει από την 6η υποφυλή της 5ης φυλής. Θα χαρακτηρίζεται από εξελιγμένες πνευματικές και ψυχικές ικανότητες, και θα είναι προϊόν επιλεκτικής αναπαραγωγής ή ευγονικής.Οι θεοσοφιστές του 20ού αιώνα (μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο) προβλέπουν πως η φυλή αυτή θα εμφανιστεί στη Βόρεια Αμερική ή στην Αυστραλία. Παρόλο που η Μπλαβάτσκυ δεν αποδίδει συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα στην Άρια φυλή, τη συνδέει με την πνευματική και διανοητική ελιτίστικη ολοκλήρωση της ανθρωπότητας. Ο ερχομός της 6ης φυλής έχει συνδεθεί σύμφωνα με τον εσωτερισμό της Νέας Ακρόπολης με αυταρχικά ή απολυταρχικά πολιτικά καθεστώτα που συνδέονται με το πολίτευμα της αξιοκρατίας του Πλάτωνα και τον Άχρονο Φασισμό. Επίσης ο Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα, NSDAP και μεταγενέστεροι εσωτεριστές όπως ο Julius Evola, συνέδεσαν τον υπεράνθρωπό με ελιτίστικα και αξιοκρατικά καθεστώτα.
7η Φυλή – Τελική (Final Root Race). Θα είναι σχεδόν άυλη, η ανθρωπότητα θα έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της υλικής εξέλιξης και θα είναι έτοιμη να εισέλθει σε νέους κοσμικούς κύκλους εξέλιξης (νέα «στροφή» στον τροχό της ύπαρξης).
Θεοσοφία και Βιολογικός Ρατσισμός
Η Μπλαβάτσκυ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην «Άρια φυλή», συμβάλλοντας ιδεολογικά στη διαμόρφωση μιας κοσμοαντίληψης που αποτέλεσε τη βάση για την Αριοσοφία — μια ακραία ιδεολογική έκφραση της Θεοσοφίας, με έντονα ρατσιστικά, εθνικιστικά και ευγονικά χαρακτηριστικά.
Η θεωρία των Ριζικών Φυλών δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα από τις ιστορικές και πολιτικές της συνέπειες. Παρά τον μυστικιστικό και «πνευματικό» της χαρακτήρα, αποτελεί ένα σπόρο βιολογικού ρατσισμού. Μέσα από την υποτιθέμενη εξέλιξη των φυλών, η Μπλαβάτσκυ προτείνει μια ιεραρχική αντίληψη της ανθρωπότητας, όπου ορισμένες ομάδες παρουσιάζονται ως εξελιγμένες και άλλες ως παρωχημένες ή «κατώτερες». Η ιεράρχηση των φυλών από τις «κατώτερες» στις «ανώτερες» (με κορυφή την Άρια) και η θεώρηση της πνευματικής εξέλιξης ως εγγενώς φυλετικής προάγει την ιδέα της φυλετικής ανωτερότητας. Αυτές οι ιδέες δεν είναι επιστημονικές ή ιστορικά τεκμηριωμένες· ανήκουν σε ένα εσωτεριστικό και μυθολογικό σύστημα που δανείζεται και ανασυνθέτει αυθαίρετα στοιχεία από διάφορες παραδόσεις. Η μελέτη αυτών των θεωριών είναι απαραίτητη ώστε να κατανοήσουμε την πλάνη που εμπεριέχεται σε αυτές. Η ιστορία έδειξε ότι μπορούν να μετατραπούν σε επικίνδυνα όπλα όταν χρησιμοποιηθούν από σοφιστές με ρητορικές ικανότητες.
Αριοσοφία: Από τη Μπλαβάτσκυ στον Ναζισμό
Η Αριοσοφία είναι ένα αποκρυφιστικό-ρατσιστικό ιδεολογικό σύστημα που εδραιώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, κυρίως από τον Γκουίντο φον Λιστ και τον Γιέργκ Λαντς φον Λίμπενφελς. Οι δύο αυτοί συγγραφείς ερμήνευσαν τη θεοσοφική διδασκαλία, εντάσσοντας την σε ένα φυλετικό και μυστικιστικό αφήγημα που συνδύαζε την ευγονική, τη ρουνική μαγεία και τον γερμανικό ρομαντισμό.
Στην αριοσοφική θεώρηση, η άρια φυλή είναι η κορωνίδα της ανθρώπινης εξέλιξης και πρέπει να διατηρηθεί «καθαρή» από επιμειξίες. Η «γενετική καθαρότητα» θεωρείται προϋπόθεση για την πνευματική ανύψωση. Αυτή η προσέγγιση ενσωμάτωσε τις απόψεις του Αρτύρ ντε Γκομπινώ για την ανωτερότητα των λευκών φυλών, οδηγώντας σε προτάσεις όπως:
-
Η στείρωση «κατωτέρων» φυλών
-
Η δημιουργία αποκλειστικά άριων κοινοτήτων
-
Η εθνικιστική αναβίωση αρχαίων (και ανύπαρκτων) αριοευρωπαϊκών πολιτισμών
Με αυτόν τον τρόπο, η Αριοσοφία αποτέλεσε ιδεολογική γέφυρα μεταξύ της εσωτερικής Θεοσοφίας και του ρατσιστικού εθνικοσοσιαλισμού, παρέχοντας το μυστικιστικό υπόβαθρο για τη ναζιστική ιδέα της «φυλετικής υγιεινής».
Οι Ριζικές Φυλές στη Θεοσοφία της Μπλαβάτσκυ – Μια Κριτική Προσέγγιση
Οι θεωρίες φυλετικής ιεράρχησης και πνευματικής εξέλιξης δημιουργούν ένα πλαίσιο μιας γραμμικής και ιεραρχικής ερμηνεία της ιστορίας, που εδραιώνει την ιδέα ανώτερων και κατώτερων "φυλών". Οι ιδέες αυτές της Θεοσοφίας αποτέλεσαν βασικό δομικό της στοιχείο και επιρρέασαν την κοσμοθεωρία πολλών αποκρυφιστικών και μυστικιστικών κινημάτων του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, όπως, οι Τέκτονες, οι Ροδόσταυροι, το Τάγμα της Θούλης και η Ερμητικό Τάγμα της Χρυσής Αυγής (Hermetic Order of the Golden Dawn). Ντυμένες με ένα περίβλημα "εσωτεριστικής σοφίας", επηρέασαν βαθιά και το ιδεολογικό υπόβαθρο ακραίων πολιτικών κινημάτων, όπως το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας, συντελώντας στην ανάπτυξη ενός μυστικιστικού ρατσισμού με καταστροφικές συνέπειες.

Το σχεδιάγραμμα αυτό είναι σημαντικό για να καταλάβουμε τι πίστευαν οι "μυημένοι" Γερμανοί κατά τον β` παγκόσμιο πόλεμο που είχαν τοποθετήσει τους εαυτούς τους στη 6η υποφυλή της πέμπτης φυλής από τους οποίους θα γεννιόταν η έκτη φυλή. Οι Ιάπωνες παρόλο που ήταν ανώτερη υποφυλή δεν ήταν αυτοί που θα δημιουργούσαν την έκτη φυλή - αυτό ήταν δουλειά των Γερμανών. Κατά την γέννηση της 6ης φυλής, οι μεγάλες χώρες θα κομματιαστούν σε μικρά ανεξάρτητα κράτη, αλλά υποταγμένα σε μια παγκόσμια κυβέρνηση. Η 6η φυλή συνδέεται με την επιλεκτική αναπαραγωγή! Το πολιτικό σύστημα της τέταρτης φυλής είναι ο σοσιαλισμός. Ενώ το πολιτικό σύστημα που θα οδηγήσει την ανθρωπότητα από την 5η στην 6η φυλή είναι ο φασισμός!
Εωσφορική (ή απολύτως αντιχριστιανική) θεματολογία Εσωτερικός χριστιανισμός της THEOSSOFICUL SOCIETY
Η εντύπωση που δημιουργείται είναι ότι προβάλλει μια ρομαντικοποιημένη και μυθοποιημένη εικόνα του παρελθόντος, η οποία μπορεί να αναπαράγει επικίνδυνες εωσφορικές και φασιστικές αντιλήψεις με τελικό στόχο να πιστέψουν τα μέλη τους ότι είναι δημιουργοί ενός ένδοξου πεπρωμένου για την ανθρωπότητα
Επικριτές επισημαίνουν ότι στα φασιστικά κινήματα διδάσκονται αμφιλεγόμενες αντιλήψεις για τη θρησκεία και τη μεταφυσική, οι οποίες συχνά έρχονται σε αντίθεση με τις παραδοσιακές χριστιανικές αξίες, ενώ ενδέχεται να προωθούν αντιθρησκευτικές και αποσταθεροποιητικές απόψεις για τη θρησκεία, το ηθικό και το κοινωνικό καθεστώς. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα σύνδεσης του εωσφορισμού με φασισμό και σατανισμό είναι η ιδεοκογλια που έχει διδάξει και έχει γράψει σε βιβλία η ιδρύτρια της Θεοσοφικής εταιρίας από την οποία αποσχίστηκε ο JAL (ιδρυτής της ΝΑ). Αν και η ΝΑ αποσπάστηκε από την ΘΕ διατήρισε τις ίδιες ιδρυτικές αρχές και την Μπλαβάτσκυ την έχει θεοποιήσει. Η Νέα Ακρόπολη (NA) είναι ένας "κλάδος" της Θεοσοφικής Εταιρείας. Ο ιδρυτής της, Χόρχε Άνχελ Λιβράγκα (JAL), ήταν μέλος της Θεοσοφικής Εταιρείας και αποσχίστηκε δημιουργώντας τη δική του οργάνωση, διατηρώντας όμως τον πυρήνα των διδασκαλιών της Μπλαβάτσκυ και του Μπέσαντ. Η λατρεία της Μπλαβάτσκυ ως "θεοποιημένης" ή τουλάχιστον ως υπέρτατης αυθεντίας είναι κοινό και στις δύο.
Η Ε.Ρ. Blavatsky απορρίπτει την ύπαρξη δαιμόνων. Η θρησκευτική προσέγγιση του Χριστιανισμού από την Μπλαβάτσκι ονομάστηκε εσωτερικός (εωσφορικός) χριστιανισμός & αποτελεί την πλήρη αντίθεση με το Χριστιανισμό ενώ παραπέμπει σε αντίχριστες διδασκαλίες. Κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα του έργου της Έλενας Μπλαβάτσκυ «Η μυστική διδασκαλία» (“The Secret Doctrine”) είναι τα παρακάτω: «Ο Σατανάς θα παρουσιαστεί τώρα, στη διδασκαλία της Μυστικής Διδαχής, που αλληγορίζεται ως Καλό, και Θυσία, Θεός της Σοφίας, με διαφορετικά ονόματα», «Μεταμορφώθηκε από την Εκκλησία σε Εωσφόρο ή Σατανά, επειδή είναι ανώτερος και μεγαλύτερος από τον Ιεχωβά», «Ο Σατανάς, το Φίδι της Γένεσης, είναι ο πραγματικός δημιουργός και ευεργέτης, ο Πατέρας της Πνευματικής ανθρωπότητας… αυτός που ήταν ο «Προάγγελος του Φωτός», ο λαμπερός ακτινοβόλος Εωσφόρος, που άνοιξε τα μάτια του αυτόματου που δημιούργησε ο Ιεχωβά… άνοιξε για να μας προσφέρει πνευματικό φως», «κατά την αληθινή αποκρυπτογραφία, εκείνο που οι θρησκείες αποκαλούν Σατανά είναι στην πραγματικότητα η υψηλότερη θεία σοφία, αντιτασσόμενη στις φθαρτές δογματικές μορφές», «Ο σατανάς είναι εκείνος ο άγγελος ο οποίος ήταν αρκετά υπερήφανος για να πιστεύει ότι είναι ο ίδιος θεός· αρκετά γενναίος για να εξαγοράσει την ανεξαρτησία του έναντι του τιμήματος να υποφέρει και να βασανίζεται αιωνίως [...] Ο σατανάς, ο όφις της Γενέσεως, είναι ο αληθής δημιουργός και ευεργέτης, ο πατέρας της πνευματικής ανθρωπότητος [..] Και αυτός που πρώτος ψιθύρισε “εν η αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού έσεσθε ως Ελοχίμ, γινώσκοντες καλόν και πονηρόν” μπορεί να εκτιμηθεί μόνον υπό το φως ενός σωτήρα»....
Η ουσία της ιδέας που περιγράφεται στη διδασκαλία της έχει ως εξής: Υπάρχουν μερικά πνεύματα, όπως ο Dhyan-Chohan (άγγελοι), που θυσίασαν την πνευματική ευδαιμονία τους και αρνήθηκαν να ζήσουν στην πνευματική επουράνια ζωή, συμφώνησαν να ενσαρκωθούν στην ύλη για να δώσουν στην ανθρωπότητα βούληση, σοφία και γνώση. Στο «μυστικό δόγμα», το όνομα, Dhyan-Chohan, αντιπροσωπεύει τον Manu, τον γιο της Φωτιάς, τον υψηλότερο άγγελο στο επίπεδο εξέλιξης που έχει και πολλά άλλα ονόματα... Οι "έκπτωτοι άγγελοι", σύμφωνα με τα πιστεύω της Ε.Ρ. Blavatsky, είναι ευεργέτες της ανθρωπότητας. Προτείνει να εξετάσουμε τον Σατανά, στο Βιβλίο της Γένεσης, ως ευεργέτη και αληθινό δημιουργό -πατέρα της πνευματικής ανθρωπότητας ο οποίος άνοιξε τα μάτια της εξελικτικής πορείας της ανθρωπότητας. Από εδώ γεννήθηκε και το δόγμα του Σατανά σύμφωνα με το οποίο ο Σατανάς, όταν θα σταματήσει να εξετάζεται από το πνεύμα των εκκλησιών, που είναι στερημένο αληθινής φιλοσοφίας, με προκατάληψη και δογματισμό, τότε μόνο θα παρουσιαστεί στην μαγευτική του εικόνα ως γήινος - θείος Άνδρας, ο οποίος δίνει, καθ' όλη τη διάρκεια του μακρού κύκλου της Mahakala, το νόμο του πνεύματος της ζωής και το ελευθερώνει από την αμαρτία της άγνοιας. Ο Σατανάς, σύμφωνα με τη Θεοσοφία, είναι ο σωτήρας της ανθρωπότητας και η πηγή γνώσης και ελευθερίας: Όταν ένα άτομο δοθεί στη γνώση του Σατανά, γίνεται ελεύθερο. Η ελευθερία είναι η γνώση και αυτό είναι το σύνθημα ολόκληρης της αντίθεσης και αποκήρυξης του Χριστιανικού δόγματος. Η γνώση για τους θεοσοφιστές είναι συνώνυμη με την αλήθεια. Ως εκ τούτου, ο Σατανάς, ως πηγή γνώσης, είναι η πηγή της αλήθειας: Ο Σατανάς, Λούσιφερ, αντιπροσωπεύει μια ενεργή αρχή, την "φυγοκεντρική" ενέργεια του σύμπαντος (την κοσμική έννοια). Είναι το σύμβολο της αναμμένης δάδας, που μεταφράζεται σε πρόοδο, πολιτισμό, ελευθερία, ανεξαρτησία. Είναι και το σύμβολο του φιδιού που τυλιγμένο περιστροφικά γύρο από ένα δέντρο αντιπροσωπεύει την σπειροειδή εξέλιξη της ιστορίας. Ο Σατανάς είναι ο στόχος και η πηγή όλων των θεοσοφικών διδασκαλιών, η επαναστατική φλόγα, που αποσπά την ανθρωπότητα από τη δουλεία στον Θεό. Η αλυσίδα της συλλογιστικής "θεοσοφικής" ιδέας είναι: Ο δημιουργός δημιούργησε τον Αδάμ και την Εύα, δεν δημιούργησε τον άνθρωπο σκλάβο, αλλά ελεύθερο άτομο που να μπορεί να επιλέξει και να αποκομίσει τις συνέπειες της επιλογής του. Γι` αυτό ο δημιουργός δεν έπρεπε να αποτρέψει τον πειρασμό και άρα ο Σατανάς είναι ο μεταφορέας και η πηγή της ελευθερίας και της αλήθειας, κατά τη γνώμη τους.
Η Σύγκριση Προμηθέα - Όφη: Αυτή είναι η καρδιά του εωσφορικού αφηγήματος. Δεν υπάρχει στον κόσμο καμία επίσημη λατρεία του Σατανά ως πνεύμα του κακού. Η ιδεολογία του σατανικού αφηγήματος είναι μια ειδωλολατρική / γνωστικιστική ανάγνωση της Γένεσης που εμφανίζεται σε διάφορες μορφές για αιώνες. Ο Εωσφόρος, Διάβολος, Όφις δεν είναι αυτός που θέτει τον πειρασμό ή το κακό χωρίς λόγο, αλλά ο δάσκαλος που συμβάλλει στην εξέλιξη της ανθρωπότητας μέσω του πειρασμού και της γνώσης. Η ιδέα αυτή προϋπήρχε πριν την Μπλαβάτσκυ: Οι διδασκαλίες της Μπλαβάτσκυ δεν είναι καινοτόμες. Είναι μια σύγχρονη αναβίωση γνωστικιστικών αιρέσεων των πρώτων χριστιανικών αιώνων. Ορισμένες γνωστικιστικές σχολές (π.χ., Οφίτες, Ναασηνιοί) λάτρευαν τον Όφη της Γένεσης ως τον πραγματικό ελευθερωτή που έδωσε τη γνώση (gnosis) στους ανθρώπους, ενώ περιέγραφαν τον Δημιουργό (Yahweh) ως έναν κακότεχνο, ζηλόφθονο "Δημιουργό" (Demiurge) που θέλει να κρατήσει την ανθρωπότητα στο σκοτάδι της άγνοιας. Η αφήγηση (ο "μυστικός" Χριστιανισμός για "εκλεκτούς") είναι κλασικό γνωστικιστικό μοτίβο. Οι Γνωστικοί του 2ου και 3ου αι. μ.Χ. επίσης ισχυρίζονταν ότι κατέχουν μια ανώτερη, μυστική γνώση (gnosis) που τους ξεχώριζε από τους απλούς πιστούς. Η ΝΑ και η Θεοσοφία είναι η νεότερη εκδοχή αυτής της ιδέας. Η Θεοσοφία παίρνει αυτό το σκελετό και τον δένει (χρησιμοποιώντας πανούργο, δόλιο και άτιμος τρόπο) με στοιχεία από ανατολικές θρησκείες, αποκρυφισμό και (ψευδο)επιστήμη του 19ου αιώνα. Η Θεοσοφική Εταιρεία συστηματοποίησε και την διάδωσε ευρέως την λατρεία του Σατανά χρησιμοποιώντας ένα ελκυστικό περίβλημα που να μπορεί να προσελκύσει και να πλανήσει νέα μέλη.
Β΄Επιστολή Πέτρου 2 (Εδάφια 17-19): «Αυτοί είναι άνυδρες πηγές, σύννεφα που παρασύρονται από ανεμοστρόβιλο, για τους οποίους το πυκνό σκοτάδι φυλάγεται στον αιώνα. Επειδή, μιλώντας υπερήφανα λόγια ματαιότητας, με τις επιθυμίες της σάρκας, με τις ασέλγειες, δελεάζουν εκείνους οι οποίοι πραγματικά απέφυγαν αυτούς που ζουν μέσα σε πλάνη· οι οποίοι τους υπόσχονται ελευθερία, ενώ οι ίδιοι είναι δούλοι της διαφθοράς· δεδομένου ότι, από όποιον κάποιος πέφτει νικημένος, γίνεται και δούλος του.»
Ο εσωτερικός Χριστιανισμός που διδάσκουν στην σέχτα Νέα Ακρόπολη δεν ξεκινάει με κατευθείαν αναφορές στον Εωσφόρο και στον Διάβολο (αυτά είναι μαθήματα για προχωρημένα μέλη). Ξεκινάει με μια δογματική και αλαζονική πεποίθηση σύμφωνα με την οποία ο Χριστός είχε χιλιάδες μαθητές αλλά μόνο 12 εσωτερικούς στους οποίος τάχα εμπιστεύθηκε περισσότερες διδασκαλίες, οι οποίες προοριζόταν μόνο για εκλεκτούς μαθητές του - και τις οποίες αυτοί γνωρίζουν. Στην συνέχεια κόβουν και ράβουν εδάφια της Αγίας Γραφής ενώ παράλληλα τα συσχετίζουν με άλλες θρησκείες βρίσκοντας τάχα την κοινή ρίζα όλων των θρησκειών. Η προσπάθεια τους είναι αρχικά να φανούν ανοιχτοί σε όλες τις θρησκείες, οι οποίες μάλιστα αποτελούν για αυτούς τις διαφορετικές όψεις της μιας αλήθειας, και στην συνέχεια να πλασάρουν την δίκη τους θρησκεία που σχετίζεται με τις Ζωντανές Δυνάμεις και τον Εωσφορισμό.
Ο "Εσωτερικός Χριστιανισμός" ως Δόλωμα: Στην ΝΑ χρησιμοποιούν μια στρατηγική "πύλης" (gateway):
· Βήμα 1: Μιλούν για έναν "καθαρό", "εσωτερικό", "μυστικό" Χριστιανισμό που η Εκκλησία μέσα από μια μεσαιωνική ταχτική κατέστρεψε. Αυτό προσελκύει ανθρώπους που αναζητούν πνευματικό βάθος και είναι απογοητευμένοι από τον θεσμισμένο χριστιανισμό.
· Βήμα 2: Εισάγουν την ιδέα ότι όλες οι θρησκείες έχουν μια κοινή αρχή, ένα κρυφό πυρήνα αλήθειας. Παράλληλα καταδικάζουν αυτούς που επιχειρούν την αυθεντική διεκδίκηση του Θεού. Αυτό ακούγεται πολύ ανοιχτόμυαλο και ελκυστικό!
· Βήμα 3: Διδάσκουν μια δογματική και αλαζονική πεποίθηση σύμφωνα με την οποία ο Χριστός είχε χιλιάδες μαθητές αλλά μόνο 12 εσωτερικούς στους οποίος τάχα εμπιστεύθηκε περισσότερες διδασκαλίες, οι οποίες προοριζόταν μόνο για εκλεκτούς μαθητές του - και τις οποίες αυτοί γνωρίζουν. Στην συνέχεια κόβουν και ράβουν εδάφια της Αγίας Γραφής ενώ παράλληλα τα συσχετίζουν με άλλες θρησκείες βρίσκοντας τάχα την κοινή ρίζα όλων των θρησκειών.
Κεφάλαιο 4
Η Theosophical Society επηρέασε την Εταιρεία της Θούλης και το Τάγμα της Χρυσής Αυγής, οι οποίες με τη σειρά τους διαμόρφωσαν οργανώσεις που εμφανίστηκαν μετά την πτώση του Τρίτου Ράιχ, όπως η Νέα Ακρόπολη και η Χρυσή Αυγή υπό τον Νίκο Μιχαλολιάκο.
Πρόδρομος της συνέχισης του αγώνα για την επικράτηση του φασισμού υπήρξε η μυστική οργάνωση Der Werwolf, ιδρυθείσα το 1944 από τον αρχηγό των SS, Χάινριχ Χίμλερ. Το σύμβολό της, το Wolfsangel —αγγλιστί «αγκίστρι του λύκου» ή «λυκοπαγίδα»— χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά από Γερμανούς κυνηγούς για να παγιδεύουν λύκους. Ο Γκέμπελς επέλεξε αυτό το ρουνικό σύμβολο τον Μάρτιο του 1945, ενώ ήταν πλέον σαφές ότι οι ναζί χάνουν τον πόλεμο, θέλοντας να περάσει το μήνυμα ότι ο αγώνας θα συνεχιστεί και μετά την ήττα. Στην Ελλάδα, το Wolfsangel χρησιμοποιήθηκε από τη Χρυσή Αυγή στο περιοδικό της τη δεκαετία του 1980, στο καταστατικό της το 1987 και στο πρώτο συνέδριό της το 1990. Όταν ο αρχηγός της Νίκος Μιχαλολιάκος ερωτήθηκε, ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για «το αρχαίο "Ξ" της γραμμικής Β΄».
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι αριοσοφιστικές και φασιστικές ιδέες βρήκαν νέους οπαδούς σε διάφορους νεοφασιστικούς συνδέσμους, όπως:
-
Aryan Nations: Αμερικανική οργάνωση με ρουνικά σύμβολα που χρησιμοποιούνται από νεοναζιστικά κινήματα διεθνώς.
-
Church Universal and Triumphant (CUT): Διεθνής θρησκευτικός οργανισμός της Νέας Εποχής, ιδρυθείς το 1975 από την Elizabeth Clare Prophet. Έχει ως «μητρική» το "The Summit Lighthouse" (1958) και οι πεποιθήσεις του αντικατοπτρίζουν τη Θεοσοφία και τη Νέα Εποχή. Η CUT έχει έδρα κοντά στο Gardiner της Μοντάνα και παραρτήματα σε πάνω από 20 χώρες.
-
Arcane School: Αποκρυφιστικός οργανισμός των Alice A. Bailey και Foster Bailey, σχεδιασμένος να μεταφέρει τις διδασκαλίες της Μεγάλης Λευκής Αδελφότητας στη Νέα Εποχή. Η Alice Bailey, συνδεδεμένη με τη Θεοσοφική Εταιρεία, μετακόμισε στη κοινότητα Krotona στο Χόλιγουντ και υπήρξε δέκτης διδασκαλιών από τον Djwhal Khul, έναν δάσκαλο της θεοσοφικής ιεραρχίας. Η δραστηριότητά της θεωρήθηκε αμφιλεγόμενη για την κοινωνία της εποχής και γι’ αυτό αποχώρησε μαζί με τον σύζυγό της το 1920.
Στην Ευρώπη, ο Guido Karl Anton List (Guido von List, 1848–1919) συνδύασε τις θεοσοφικές ιδέες της Blavatsky με εθνοφυλετικά και συντηρητικά πιστεύω, δημιουργώντας το παγανιστικό κίνημα Wotanism και αναπτύσσοντας τον Αρμανισμό, μια εσωτερική Αριοσοφική διδασκαλία.
-
Το τάγμα Armanen-Orden (AO, Order of the Armanen) ιδρύθηκε από τον Adolf Schleipfer (γεν. 1947) και τη Sigrun von Schlichting ως αναβίωση των διδασκαλιών του Guido von List. Η δομή του περιλαμβάνει εννέα βαθμούς εμπνευσμένους από τον Τεκτονισμό. Το τάγμα είναι ανοιχτά εθνο-εθνικιστικό και ρατσιστικό, απορρίπτοντας τη φυλετική ανάμειξη ως εκφυλισμό.
-
Το Artgemeinschaft / Armanenorden, γερμανική παγανιστική και νεοναζιστική οργάνωση, ιδρύθηκε το 1951 από τον Wilhelm Kusserow, πρώην μέλος των SS. Το 1983 συγχωνεύτηκε με το Nordungen (1924) και από το 1989 έως το 2009 ηγήθηκε ο Jürgen Rieger, που σήμερα παραμένει επικεφαλής.
Αυτές οι οργανώσεις καταδεικνύουν ότι οι ιδέες του ναζισμού και της Αριοσοφίας δεν έσβησαν με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά συνεχίζουν να επιβιώνουν και να προσαρμόζονται, με έντονο τον χαρακτήρα αποκρυφιστικής και εθνοφυλετικής ιδεολογίας..
Νέα Ακρόπολη
Συσχέτιση της σέχτας Νέα Ακρόπολη με Φασιστικά αφηγήματα, ρητορική και σύμβολα.
Η πτώση του ναζισμού δεν σήμαινε την εξαφάνιση των μυστικών διδασκαλιών που τροφοδότησαν τον φασισμό· απλώς αποσύρθηκαν σε κρυφά πεδία, συνεχίζοντας να επηρεάζουν συλλογικές νοοτροπίες και πολιτισμικές δομές. Η Νέα Ακρόπολη, σύμφωνα με τις ιδρυτικές αρχές της, εκφράζει μια κρυφοφασιστική ιδεολογία, αναγνωρίσιμη σε τρεις βασικούς άξονες:
Λατρεία της ενότητας και της υπακοής.
Καταπίεση της ατομικότητας.
Μεταμφίεση του φασισμού σε πνευματικές ή πολιτισμικές μορφές που υπόσχονται νόημα, τάξη και λύτρωση.
Ο οργανισμός εφαρμόζει ένα πυραμιδικό σύστημα, όπου η πνευματική εξέλιξη ταυτίζεται με τη συγκέντρωση νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας σε ένα πρόσωπο· όποιος θεωρείται πιο «ανεπτυγμένος πνευματικά» αποκτά την απόλυτη εξουσία ως ανώτατος ιερέας, νομοθέτης και δικαστής. Το ιδιαίτερο έργο του Λιβράγκα, «Οι μύθοι του 20ου αιώνα», δημοσιεύτηκε στα τεύχη του περιοδικού της Νέας Ακρόπολης και περιέχει αναφορές στον ναζισμό, παρουσιάζοντάς τον μέσα από μυθοπλαστικές αναμνήσεις προηγούμενων ζωών. Πολλά από τα ηγετικά στελέχη της Νέας Ακρόπολης πιστεύουν ότι στην προηγούμενη ζωή τους συμμετείχαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των δυνάμεων του Άξονα.
Σύμφωνα με το Manual del Dirigente («Εγχειρίδιο του Οδηγητού»), οι ναζιστικές επιρροές και τα σύμβολα της Νέας Ακρόπολης διατηρούνται κρυφά· η οργάνωση τα παρουσιάζει μόνο στα μέλη που έχουν ολοκληρώσει συγκεκριμένα στάδια μυήσεως, ενώ η αποκάλυψή τους συνοδεύεται από εντολές μυστικότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο ναζιστικός χαιρετισμός: αρνείται προς τους νεοεισερχόμενους, αποκαλύπτεται μόνο μετά από μήνες συμμετοχής και ενσωματώνεται σε τελετές, με μαύρες στολές και κόκκινα περιβραχιόνια στο στυλ των SS.
Η Νέα Ακρόπολη αυτοχαρακτηρίζεται ως φιλοσοφική σχολή, ενώ πρόκειται για νεο-θεοσοφικό θρησκευτικό κίνημα. Ιδεολογικά, η οργάνωση διατηρεί ταξινομήσεις των ανθρώπων σε φυλές, υποφυλές και πολιτισμούς, με βάση μυστικές διδασκαλίες της Μπλαβάτσκυ και την αντίληψη της ιεραρχικής εξέλιξης των φυλών· οι Γερμανοί θεωρούνται ανώτεροι, οι Εβραίοι χαμηλότεροι, σε μια αντιληπτική συνέχεια των ναζιστικών πεποιθήσεων. Η εκπαίδευση των μελών περιλαμβάνει διδασκαλίες που εξυμνούν τον Χίτλερ ως Μεσσία, προετοιμασμένο από τους «Μεγάλους Δασκάλους», και θεωρούν τα στρατόπεδα θανάτου ως μέσο «εκκαθάρισης» για την άφιξη του «Νέου Ανθρώπου».
Σήμερα, η Νέα Ακρόπολη προσπαθεί να παρουσιάσει μια μεταλλαγμένη εικόνα, ως εναλλακτική οργάνωση φιλοσοφίας και εθελοντισμού, αποσιωπώντας την ακραία ιστορία της για να επιβιώσει οικονομικά και κοινωνικά. Ωστόσο, τα επίσημα κείμενα και η ιεραρχία της συνεχίζουν να αντανακλούν ιδέες φυλετικής ανωτερότητας, ιεραρχίας και μυστικιστικής πίστης στην «Λευκή Αδελφότητα», διατηρώντας τα βασικά χαρακτηριστικά νεοφασιστικών και κρυφοναζιστικών κινημάτων.
Συμπερασματικά, η Νέα Ακρόπολη λειτουργεί ως διπρόσωπη οργάνωση: προς τα έξω εμφανίζεται φιλοσοφική και ανθρωπιστική, ενώ εσωτερικά διατηρεί πυραμιδική δομή, μυστικές διδασκαλίες και σύμβολα που συσχετίζονται με τον ναζισμό και τον αποκρυφισμό του 20ού αιώνα, διασφαλίζοντας την ιδεολογική συνέχεια του Άχρονου Φασισμού σε μεταγενέστερες γενιές.
Η Χρυσή Αυγή του Νίκου Μιχαλολιάκου
Η περίπτωση της Χρυσής Αυγής υπό την ηγεσία του Νίκου Μιχαλολιάκου συνιστά ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα σύγχρονης φασιστικής οργάνωσης στον ευρωπαϊκό χώρο. Η ιδεολογική της συγκρότηση δεν περιορίστηκε στη μίμηση ιστορικών μορφών του μεσοπολεμικού ναζισμού, αλλά ενσωμάτωσε μυστικιστικά, αποκρυφιστικά και φυλετικά στοιχεία, τα οποία λειτούργησαν ως μηχανισμοί υπερβατικής νομιμοποίησης και εσωτερικής συνοχής.
Η ανάλυση που ακολουθεί προσεγγίζει τη Χρυσή Αυγή όχι απλώς ως ακραίο εθνικιστικό κόμμα, αλλά ως πολιτικό σχηματισμό με χαρακτηριστικά πολιτικής θρησκείας, σύμφωνα με το θεωρητικό πλαίσιο του Umberto Eco περί πρωτο-φασισμού και τη θεωρία του Roger Griffin περί παλιγγενετικού υπερεθνικισμού.
Η ιδεολογική συγκρότηση του κινήματος
Η δημόσια δράση του Νίκου Μιχαλολιάκου ξεκίνησε με την έκδοση του περιοδικού Χρυσή Αυγή τον Δεκέμβριο του 1980. Ήδη από τα πρώτα τεύχη, η χρήση ναζιστικών συμβόλων και η απροκάλυπτη εξύμνηση του Αδόλφου Χίτλερ κατέδειξαν τον ιδεολογικό προσανατολισμό του εντύπου. Η προσωπολατρία του Φύρερ και η προβολή του ως υπεριστορικού προτύπου συνδέονται άμεσα με αυτό που ο Umberto Eco προσδιορίζει ως λατρεία του ηγέτη, θεμελιώδες γνώρισμα του πρωτο-φασισμού.
Στο επίπεδο της πολιτικής μυθολογίας, ο ηγέτης δεν εμφανίζεται ως απλός φορέας εξουσίας αλλά ως ενσάρκωση της ιστορικής αποστολής του έθνους — στοιχείο που συναντάται επίσης στη θεωρία του Griffin, όπου ο χαρισματικός ηγέτης λειτουργεί ως μεσσιανική φιγούρα της εθνικής αναγέννησης.
Ο Μιχαλολιάκος είχε επηρεαστεί από την αποκρυφιστική Εταιρεία της Θούλης, μια γερμανική μυστικιστική οργάνωση που συνδέθηκε με τη Θεοσοφική Εταιρεία και υιοθέτησε ως έμβλημά της τη σβάστικα. Ο πυρήνας της οργάνωσης αυτής ήταν το Τάγμα της Χρυσής Αυγής, το οποίο θεωρείται ότι υπήρξε θεμέλιο για τη διαμόρφωση της ιδεολογίας του Χίτλερ — πληροφορία που, σύμφωνα με τις ίδιες αφηγήσεις, μεταδιδόταν αποκλειστικά στους «μυημένους» οπαδούς.
Αισθητικοποίηση της βίας και τελετουργικός λόγος
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η αισθητική διάσταση της ιδεολογίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσω ποιητικών και τελετουργικών αναφορών σε θυσία, αίμα και βία. Η βία δεν προβάλλεται ως αναγκαίο κακό, αλλά ως υπαρξιακή και εξαγνιστική πράξη.
Ο Eco εντοπίζει στο σημείο αυτό τη μετατροπή της ζωής σε διαρκή πόλεμο, ενώ ο Griffin επισημαίνει ότι η φασιστική βία αποκτά ιερό χαρακτήρα, καθώς νοείται ως μέσο επιτάχυνσης της ιστορικής αναγέννησης.
Το περιοδικό Χρυσή Αυγή προπαγάνδιζε μια «παγκόσμια πνευματική Επανάσταση»· μια νέα «Χρυσή Αυγή» της ανθρωπότητας, η οποία —όπως υποστήριζε— θα οδηγούσε τον άνθρωπο πίσω στη φύση και στο ελληνικό ιδεώδες του πολιτισμού. Ωστόσο, το όραμα αυτό ήταν απολύτως φυλετικά αποκλειστικό:
«Στη Νέα Ζωή δεν θα υπάρχει θέση για τους Σιωνιστές, τα προϊόντα τους και τους πράκτορές τους».
Μέσα από το περιοδικό, ο Μιχαλολιάκος συνδύαζε την ενασχόλησή του με το «απολλώνιο πνεύμα», τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, τον ιταλικό φουτουρισμό, τη θεωρία της παρακμής της Ευρώπης και τη ρητορική περί «εβραϊκής εισβολής». Παράλληλα, προέβαλλε και το προσωπικό του έργο ως ποιητή, με στίχους που αναπαράγουν την αποκρυφιστική, τελετουργική και βίαιη αισθητική της ιδεολογίας του:
«Στο δάσος υπάρχει σιγή και παγερή οσμή εγκλήματος.
Ένας βωμός, μια τελετή, μια ανθρωποθυσία.Και αυτός στη μέση του ναού,
στο κέντρο της τεράστιας αιμάτινης κηλίδας,
στο βάθρο του βωμού,
τραγόμορφος, σατανικά υπέροχος,την ώρα δοξάζει της θυσίας
των ευγενών ενστίκτων και της βίας.Αυτός ο αιώνιος κυβερνήτης, ο Μέγας Παν.»
Οι στίχοι αυτοί δεν αποτελούν απλώς λογοτεχνική έκφραση· συνιστούν ακραία ιδεολογική δήλωση, η οποία συνδέει τη φαντασιακή βία, τη μυητική τελετουργία και την αποκρυφιστική λατρεία με την πολιτική πρακτική του κινήματος. Αντικατοπτρίζουν το πλέγμα επιρροών του άχρονου φασισμού — από τον αποκρυφισμό και τις μυστικιστικές παραδόσεις έως τον ναζιστικό μιλιταρισμό και την εθνοφυλετική ιδεολογία.
Μυστικισμός, αποκρυφισμός και μυητική δομή
Η ιδεολογική συγκρότηση της Χρυσής Αυγής αντλεί αναφορές από την αποκρυφιστική παράδοση της Εταιρείας της Θούλης, μιας γερμανικής μυστικιστικής οργάνωσης των αρχών του 20ού αιώνα, η οποία συνδέθηκε μεταγενέστερα —σε επίπεδο ιδεολογικών αφηγήσεων— με τον εθνικοσοσιαλισμό.
Το 1987 η οργάνωση συντάσσει καταστατικό, το οποίο σφραγίζει με το ρουνικό σύμβολο του Werwolf. Σύμφωνα με άρθρο του καταστατικού, ο Αρχηγός δεν είναι άνθρωπος αλλά «ενανθρωπισμένη ύπαρξη». Η αναφορά σε «Εκείνον» επανεμφανίζεται συχνά σε αφιερώματα του περιοδικού, σε ένα από τα οποία διατυπώνεται η άποψη ότι ο Χίτλερ δεν πέθανε αλλά εξακολουθεί να ζει.
Η εφημερίδα της ΧΑ υμνεί και τον Λευκό Εωσφόρο, που οι «ανά τον κόσμο δούλοι και οι υποταγμένοι τον λένε Διάβολο και Σατανά κι αυτός γελά». Ο Εωσφόρος είναι «αυτός που φέρνει το Λευκό Φως την Αυγή κάθε χιλιετία». .Στο πλαίσιο αυτό, η αναφορά στον Αρχηγό ως «ενανθρωπισμένη ύπαρξη» υπερβαίνει την πολιτική μεταφορά και εγγράφεται στη σφαίρα της θρησκευτικής πίστης, επιβεβαιώνοντας τη συγχώνευση πολιτικής και μεταφυσικής.
Η Χρυσή Αυγή του Μιχαλολιάκου, στα πρότυπα της Χρυσής Αυγής του Χίτλερ, διοργάνωνε τελετουργικά στο δάσος, ανάβοντας φωτιές και δίνοντας όρκους κάτω από τη σβάστικα, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες —κυρίως στα ηλιοστάσια— που τηρούνταν από τους «Άριους» στη ναζιστική Γερμανία προς τιμήν του θεού του πολέμου.
Η προβολή της ύπαρξης μυστικής γνώσης, προσβάσιμης μόνο στους «μυημένους», συγκροτεί μια ελιτιστική κοσμοαντίληψη, η οποία αντιστοιχεί στο φασιστικό σχήμα της διάκρισης ανάμεσα σε εκλεκτούς και μάζες. Όπως επισημαίνει ο Eco, ο ελιτισμός αυτός αποτελεί δομικό στοιχείο του πρωτο-φασισμού, καθώς νομιμοποιεί την ιεραρχία και την απόρριψη της ισότητας.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον Griffin, η πολιτική μετασχηματίζεται σε μυητική διαδικασία και όχι σε πεδίο ορθολογικής διαβούλευσης, γεγονός που μετατρέπει το κίνημα σε φορέα κοσμοθεωρίας και όχι απλώς πολιτικού προγράμματος.
Τελετουργικές πρακτικές και πολιτική θρησκεία
Οι τελετουργικές δραστηριότητες της Χρυσής Αυγής —όρκοι, συμβολικές φωτιές, ηλιοστάσια και χρήση ρουνικών συμβόλων— παραπέμπουν ευθέως σε πρακτικές πολιτικής θρησκείας. Η πολιτική παύει να λειτουργεί ως πεδίο κοινωνικής οργάνωσης και μετασχηματίζεται σε ιεροπραξία.
Μέσα από τις σελίδες της Χρυσής Αυγής εμφανίζεται και η Σαβίτρι Ντέβι —η αυτοαποκαλούμενη «Ιέρεια του Χίτλερ»— ως προφήτιδα μιας νέας θρησκείας, σύμφωνα με την οποία ο Χίτλερ αποτελεί τον Τελευταίο Αβατάρ: μια θεότητα με υπερανθρώπινη, ανθρώπινη ή ζωώδη μορφή, που διαμεσολαβεί μεταξύ Θεού και ανθρώπων και που πρόκειται να επιστρέψει.
Το 2005 το περιοδικό «Χρυσή Αυγή» παρουσιάζει τον Χίτλερ ως άγιο. -«Ο κόσμος χωρίς τον Χίτλερ είναι απάνθρωπος. Με τον Χίτλερ ο κόσμος θα έσφυζε ανθρωπιά και καλωσύνη. Εξήντα χρόνια μετά οι ναζί δεν έχουν τάφο». Ο Χίτλερ, -κατά τον αρθρογράφο- δεν έχει πεθάνει αλλά σαράντα μέρες περιφέρεται στα ερείπια και λέει: «Ήμουν ο τελευταίος των Καισάρων. ΄Ηλθε η εποχή των μικρών και ταπεινών. Ήμουν ο τελευταίος Αβατάρ. Μα εγώ του χρόνου θα διαβώ την πύλη και στα ερείπια θα περιπλανηθώ του Βερολίνου με μια ροζέτα του κόμματος στην τσέπη μου κρυμμένη και με μια πίστη σιδερένια στην καρδιά για κάποιον νέο άνθρωπο που θα έρθει στον Υπεράνθρωπο να δώσει λευτεριά».
Το 2000 το περιοδικό Αντεπίθεση ανακοινώνει τον εορτασμό της έλευσης του «Υπερβορείου Απόλλωνος» με ένα άρθρο με τίτλο «Η Νίκη του Ήλιου». «Το βράδυ της 22ας προς 23ης Δεκεμβρίου ξαναζωνταντεύει στις καρδιές σας την υπέρλαμπρη χώρα του Λυκείου Απόλλωνος, τη χώρα του Φωτός την Υπερβορέα!» γράφει. «Την 23ην Δεκεμβρίου εορτάζουμε την έλευσιν του Υπερβορείου Απόλλωνος, τη νίκη του φωτός επί του σκότους, το χειμερινό ηλιοστάσιο! Η φυλή μας, η λευκή, Αρία Φυλή, από την αρχαιότητα έως σήμερα γιορτάζει τη νύχτα αυτή σύσσωμη, σε όλα τα σημεία του πλανήτη και όπου ζει λευκός Άνθρωπος, υποδεχόμενη τον θεό-Ήλιο, τον μεγάλο πατέρα της ζωής. Μουσική από αυλούς αιωρείται και αναπαριστά τους μυητικούς ήχους της φύσης καθοδηγώντας τα μαγικά βήματα των κυκλικών χορών μας που μας εισάγουν στη γιορτή. Οι φωτιές καίνε στους λόφους και στις βουνοκορφές σημάδια πως για τον Υπερβόρειο Απόλλωνα που γυρίζει από το μεγάλο του ταξίδι στον Βορρά, πύρινα σημάδια αιώνιας πίστης και αφοσίωσης. Ας ξαγρυπνήσουμε χορεύοντας και αναπαράγοντας το Φως».
Ο «Νέος Άνθρωπος» και ο Homo Nordicus
Κεντρικό ιδεολογικό πρόταγμα της οργάνωσης αποτελεί η δημιουργία ενός «Νέου Ανθρώπου», του λεγόμενου Homo Nordicus. Η έννοια αυτή παραπέμπει άμεσα στη ναζιστική βιοπολιτική παράδοση και συνδέεται με φυλετικές θεωρίες ιεράρχησης των ανθρώπινων πληθυσμών.
Η επιδίωξη της ανθρωπολογικής αναγέννησης αποτελεί, σύμφωνα με τον Griffin, θεμέλιο του παλιγγενετικού φασισμού, καθώς δεν επιδιώκεται απλώς πολιτική αλλαγή, αλλά οντολογική αναδημιουργία της κοινωνίας.
Ο Χάρης Κουσουβρής, στο βιβλίο Γκρεμίζοντας τον μύθο της Χρυσής Αυγής, αναφέρει ότι ο αρχηγός, μαζί με ομοϊδεάτες του, επισκεπτόταν νύχτα το γερμανικό στρατιωτικό νεκροταφείο στον Διόνυσο κατά τις επετείους των ναζί. Σε δημοσίευμα του περιοδικού, το οποίο παραθέτει, αναφέρεται χαρακτηριστικά:
«Σκοπός και νόημα της υπάρξεώς μας ήταν, είναι και θα είναι ένας: ο Homo Nordicus, ο ερχομός του ανώτατου φυλετικού τύπου».
Η οργάνωση δεν συνιστά μια πολιτική δομή που διαθέτει θρησκευτικά στοιχεία, αλλά μια θρησκευτικού τύπου οργάνωση που εισέρχεται στην πολιτική —όταν δεν απαξιώνει τις εκλογικές διαδικασίες— με σκοπό την επιβολή όχι απλώς ενός καθεστώτος, αλλά ενός «Νέου Ανθρώπου», του Homo Nordicus.
Οι στίχοι των Naer Mataron έχουν αναφορές στην «Ostara», το αγαπημένο περιοδικό του Χίτλερ, αλλά και τον «Νέο Ανθρωπο». Ο «μεταφυσικός ιδεαλισμός» -λέει το τραγούδι «The New Man»- είναι η δημιουργία ενός «νέου ανθρώπου». Μια νέα μορφή πολιτισμού με στόχο τη φυσική και καλλιτεχνική αρτιότητα: «Με θάρρος και τόλμη θα ξεπεράσει -ο νέος άνθρωπος- το παρελθόν και θα καταλήξουμε σε ένα νέο πολιτισμό, όπου ο άνθρωπος θα είναι μια ολότητα. Είμαστε πρόθυμοι για πράξεις ολικής καταστροφής ακόμα και μαζικές δολοφονίες, για μια «δημιουργική καταστροφή» για την πορφυρή αυγή».
Το βιβλίο το ¨Μυθιστόρημα του Ναζισμού» αποκαλύπτει πως ο «λαϊκός σύνδεσμός» είναι το εθνικιστικό κέλυφος ενός μυστικού «κύκλου» με Ιππότες και βαθμοφόρους μιας μυστικής αλλόκοτης θρησκευτικής οργάνωσης.
Ο παλιγγενετικός μύθος της «Νέας Χρυσής Αυγής»
Κεντρική θέση στον λόγο της οργάνωσης καταλαμβάνει η ιδέα μιας επερχόμενης «παγκόσμιας πνευματικής επανάστασης», η οποία παρουσιάζεται ως αναγκαία απάντηση στην υποτιθέμενη παρακμή του σύγχρονου κόσμου. Το αφήγημα αυτό ενσωματώνει πλήρως τη δομή που ο Griffin περιγράφει ως παλιγγενετικό μύθο: παρακμή – κάθαρση – αναγέννηση.
Η αναγέννηση αυτή, ωστόσο, ορίζεται με αυστηρά φυλετικούς όρους, καθώς αφορά αποκλειστικά τη «λευκή φυλή», ενώ οι «άλλοι» παρουσιάζονται ως απειλή για την ιστορική επιβίωση του έθνους. Η κατασκευή του εχθρού —ταυτόχρονα πανίσχυρου και εκφυλισμένου— συνιστά κλασικό χαρακτηριστικό του φασιστικού λόγου, όπως το περιγράφει ο Eco.Το 2000, το περιοδικό Αντεπίθεση ανακοινώνει τον εορτασμό της έλευσης του «Υπερβόρειου Απόλλωνα» με άρθρο υπό τον τίτλο «Η Νίκη του Ήλιου». Στο κείμενο αναφέρεται:
«Την 23η Δεκεμβρίου εορτάζουμε την έλευσιν του Υπερβορείου Απόλλωνος, τη νίκη του φωτός επί του σκότους, το χειμερινό ηλιοστάσιο…»
(διατηρείται το πρωτότυπο ύφος των αποσπασμάτων).
Το 2005, το περιοδικό Χρυσή Αυγή παρουσιάζει τον Χίτλερ ως άγιο. Σε άρθρο αναφέρεται:
«Ο κόσμος χωρίς τον Χίτλερ είναι απάνθρωπος… Ήμουν ο τελευταίος Αβατάρ…».
Η εφημερίδα υμνεί επίσης τον «Λευκό Εωσφόρο», ο οποίος παρουσιάζεται ως φορέας του «Λευκού Φωτός» που επιστρέφει «κάθε χιλιετία».
Παράλληλα, μουσικά σχήματα όπως οι Naer Mataron υιοθετούν στίχους με αναφορές στο περιοδικό Ostara και στον «Νέο Άνθρωπο», προβάλλοντας τη θεωρία της «δημιουργικής καταστροφής» και της πορφυρής αυγής.
Το βιβλίο Το Μυθιστόρημα του Ναζισμού αποκαλύπτει ότι ο «Λαϊκός Σύνδεσμος» λειτουργεί ως εθνικιστικό περίβλημα ενός εσωτερικού μυστικού κύκλου, δομημένου σε βαθμούς, ιππότες και τελετουργικές ιεραρχίες.
Παραστρατιωτική οργάνωση και μετάβαση στη βία
Η συγκρότηση ταγμάτων εφόδου, η στρατιωτικού τύπου εκπαίδευση και οι οργανωμένες επιθέσεις κατά μεταναστών εντάσσονται στη λογική της δράσης χωρίς κριτική σκέψη —ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του πρωτο-φασισμού κατά τον Eco.
Μετά την εκλογική άνοδο της Χρυσής Αυγής και τη μετατροπή της σε τρίτη κοινοβουλευτική δύναμη, περίπου εβδομήντα γραφεία σε όλη την Ελλάδα λειτουργούσαν ως χώροι εκπαίδευσης, με «γυμναστικές επιδείξεις» και πραγματικές ασκήσεις στρατιωτικού χαρακτήρα.
Σε εκδηλώσεις τύπου beach party, οι αυτοαποκαλούμενοι «αετοί» πραγματοποιούσαν αγώνες φορώντας αρχαιοελληνικές περικεφαλαίες. Σε μυστικά στρατόπεδα στη Μάνδρα, τη Σαλαμίνα και τον Ασπρόπυργο, καθώς και σε αυτοσχέδια σκοπευτήρια στην Πεντέλη και το Χαϊδάρι, εκπαιδεύονταν οι λεγόμενοι «κλειστοί πυρήνες».
Οι τελετουργικές επισκέψεις στον Γράμμο και τις Θερμοπύλες προσέδιδαν ιερότητα σε έναν παραστρατιωτικό μηχανισμό, ενισχυμένο με ύμνους και συμβολισμούς θρησκευτικού χαρακτήρα.
Τον Ιούνιο του 2010, λίγο πριν από τις δημοτικές εκλογές, ο Νίκος Μιχαλολιάκος παρουσιάζει το βιβλίο του Ηλία Κασιδιάρη Τομέας Χ, το οποίο περιγράφει φανταστική μαζική εκτέλεση με ιδιαίτερα βίαιες εικόνες.
Το καλοκαίρι του 2012, τα «Τάγματα Εφόδου» εμφανίζονται στο πανηγύρι της Ραφήνας πραγματοποιώντας ελέγχους σε μετανάστες μικροπωλητές και καταστρέφουν τους πάγκους τους με βίαιες επιθέσεις.
Τον Αύγουστο του 2012 απειλεί δημόσια ότι: «Θα δείτε τι σημαίνει τάγματα εφόδου».
Έναν χρόνο αργότερα, ο Παύλος Φύσσας δολοφονείται με μαχαίρι από μέλος της οργάνωσης.
Η σταδιακή μετάβαση από τη ρητορική στη φυσική βία επιβεβαιώνει ότι η παλιγγενετική ιδεολογία δεν παραμένει συμβολική αλλά υλοποιείται πρακτικά, με κορύφωση τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα το 2013.
Σύγχρονη μετάλλαξη και ιδεολογική συνέχεια
Παρά τη μεταγενέστερη προσπάθεια της Χρυσής Αυγής να εμφανιστεί ως θεσμικό πολιτικό κόμμα, η ιδεολογική της δομή παραμένει αναλλοίωτη. Όπως επισημαίνει ο Eco, ο φασισμός δεν εξαφανίζεται αλλά μετασχηματίζεται, διατηρώντας τον μυθολογικό του πυρήνα.
Η αλλαγή επικοινωνιακής στρατηγικής δεν συνεπάγεται ιδεολογική ρήξη, αλλά προσαρμογή στις συνθήκες της φιλελεύθερης δημοκρατίας.Σήμερα, η Χρυσή Αυγή επιχειρεί να προβάλει την εικόνα ενός μετασχηματισμένου πολιτικού σχηματισμού, αποστασιοποιημένου από το νεοναζιστικό παρελθόν του. Παρότι αρνείται τον χαρακτηρισμό της ως φασιστικής ή νεοναζιστικής οργάνωσης, τα επίσημα κείμενά της εξακολουθούν να υιοθετούν βιολογικές αντιλήψεις του εθνικισμού, αντίστοιχες με εκείνες του μεσοπολεμικού ναζισμού.
Η αντίληψη αυτή, εμπνευσμένη από τις φυλετικές θεωρίες της Θεοσοφίας, ταξινομεί τους ανθρώπους σε φυλές, υποφυλές και πολιτισμούς, οι οποίοι ιεραρχούνται σε ανώτερους και κατώτερους. Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι παρόμοιες ταξινομήσεις αποτέλεσαν τη βάση των εγκλημάτων του ναζισμού.
Συμπέρασμα
Η ανάλυση της Χρυσής Αυγής επιβεβαιώνει με σαφήνεια τόσο:
-
τη θεωρία του Umberto Eco περί άχρονου πρωτο-φασισμού
-
όσο και την ερμηνεία του Roger Griffin περί παλιγγενετικού υπερεθνικισμού.
Η οργάνωση συγκροτήθηκε ως μορφή πολιτικής θρησκείας, στην οποία ο μύθος, η τελετουργία, η φυλετική ιεραρχία και η βία συνενώθηκαν σε ένα συνεκτικό ιδεολογικό σύστημα, επιβεβαιώνοντας ότι ο φασισμός δεν αποτελεί ιστορικό κατάλοιπο, αλλά διαρκή δυνατότητα της νεωτερικότητας.
Κεφάλαιο 5
Η Διαχρονική Πλάνη του Άχρονου Φασισμού
💡Αντίσταση και εσωτερική αυτονομία -Καταληκτικό Κεφάλαιο
Ο φασισμός δεν εμφανίζεται πάντα με στολές και σύμβολα. Μπορεί να εμφανιστεί ως διαδικασία, ως κανονισμός, ως πρωτόκολλο ασφάλειας. Και ακριβώς γι’ αυτό, η πιο ουσιαστική αντίσταση δεν είναι μόνο πολιτική, αλλά και εννοιολογική: η διαρκής υπεράσπιση του ορίου πέρα από το οποίο η ασφάλεια παύει να προστατεύει την κοινωνία και αρχίζει να την υποτάσσει..
H κατανόηση της σύγχρονης, ουσιαστικής άλωσης της ελευθερίας από μηχανισμούς που υποτίθεται ότι τη προστατεύουν. αντλεί έμπνευση και από το ο έργο του Τζόρτζ Όργουελ, ιδιαίτερα τα μυθιστορήματα "1984" και "Το Κτηνοπολείο", αποτελεί μοναδικό συμπλήρωμα: επεκτείνει τη συζήτηση από τη θεωρία στην ψυχολογία του μηχανισμού και τα συναισθηματικά-γλωσσικά εργαλεία που κατασκευάζουν «οικειοθελώς υποτακτικούς» πολίτες.
Η μάχη εναντίον του Άχρονου Φασισμού δεν είναι μόνο πολιτική ή ιδεολογική· είναι, πρώτα απ’ όλα, πνευματική και ψυχολογική. Ο Άχρονος Φασισμός αντλεί τη δύναμη του όχι μόνο από τις μεθοδεύσεις οργανωμένων καθεστώτων, αλλά και από τον βαθμό στον οποίο οι πολίτες αποδέχονται, εσωτερικεύουν ή κανονικοποιούν την προπαγάνδα του.
Όπως επισημαίνει ο Γκάντι, «η πολιτική ανυπακοή γίνεται ιερό καθήκον όταν το κράτος γίνεται παράνομο ή διεφθαρμένο». Η φράση αυτή δεν αφορά μόνο τη νομική ανυπακοή, αλλά πρωτίστως την ηθική και πνευματική άρνηση συμμετοχής σε μηχανισμούς αδικίας.
Ο Τζορτζ Όργουελ στοχάζεται εύστοχα πάνω στη γοητεία που ασκεί ο φασισμός στις μάζες, οδηγώντας τες να αποδεχθούν μια καταστροφική ιδεολογία: «Τι να πει κανείς για εκατομμύρια ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα να περιμένουν από τον φασισμό και ωστόσο τον ασπάζονται;». Ο φασισμός, με την υπόσχεση μιας ιεραρχημένης αρμονίας, αυτοπαρουσιάζεται ως θεραπευτής της σύγχυσης, προπαγανδίζοντας δήθεν απλές και κατανοητές απαντήσεις. Το τίμημα, όμως, είναι η απώλεια της ελευθερίας και, τελικά, η ανθρώπινη και κοινωνική καταστροφή.
Η αντίσταση, επομένως, δεν είναι αποκλειστικά πολιτική πράξη· είναι πρωτίστως πνευματική στάση και εσωτερική πειθαρχία. Δεν προϋποθέτει αναγκαστικά επανάσταση, αλλά την άρνηση της πνευματικής υπακοής — την επιμονή στη σκέψη, στην πολυπλοκότητα και στην αποδοχή της διαφοράς. Όπως θα έλεγε ο Καρλ Γιουνγκ, ο αγώνας δεν διεξάγεται μόνο ενάντια στις εξωτερικές σκιές της εξουσίας, αλλά και ενάντια στις εσωτερικές σκιές που μας ωθούν να υποταχθούμε. Η συνειδητή καλλιέργεια της εσωτερικής αυτονομίας αποτελεί την πιο ουσιαστική πράξη ελευθερίας.
Η αντιπαράθεση με τον Άχρονο Φασισμό δεν μπορεί, συνεπώς, να περιοριστεί στην πολιτική καταδίκη. Είναι πρωτίστως εσωτερική στάση· μια σταθερή επιλογή γνώσης και επίγνωσης των συνεπειών των φασιστικών ιδεολογιών. Η ιδεολογική μας τοποθέτηση οφείλει να συνδέεται με την άρνηση να παραδώσουμε τη σκέψη μας σε οποιαδήποτε εξουσία απαιτεί τυφλή, στρατιωτικού τύπου υπακοή αντί για κρίση.
Μόνο όταν διαθέτουμε τη διορατικότητα να δούμε τη δυστυχία στην οποία οδηγεί ο φασισμός μπορούμε να αρνηθούμε να θυσιάσουμε την ανθρώπινη πολυπλοκότητα στο όνομα της καθαρότητας, της τάξης ή της σωτηρίας. Δεν πρόκειται για πολυτέλεια, αλλά για αναγκαιότητα: για την ικανότητα να ερευνούμε, να γνωρίζουμε και να αντιστεκόμαστε στην πλάνη που ο φασισμός συστηματικά προπαγανδίζει. Αποτελεί ηθική υποχρέωση η αμφισβήτηση των πολεμικών και απολυταρχικών του δογμάτων, καθώς και της επίκλησης μιας δήθεν αναγκαιότητας επιβολής ολοκληρωτικών μορφών εξουσίας που οδηγούν είτε στη φρίκη του πολέμου είτε σε μια εργασιακή εκμετάλλευση, μέσω μιας πλανεμένης ιδεολογίας.
Ο φασισμός, όπως αναδείχθηκε σε αυτό το έργο, δεν είναι μόνο πολιτικό φαινόμενο αλλά πρωτίστως πνευματική και ψυχολογική δομή: μια βαθιά ριζωμένη ανάγκη για τάξη, απλότητα και βεβαιότητα, η οποία συχνά υπερβαίνει την ανάγκη για ελευθερία. Καθηλώνει την ανθρώπινη συνείδηση όταν η αμφιβολία και η κριτική σκέψη υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη για απλές απαντήσεις, κλειστές ταυτότητες και εγγυημένες λύσεις.
Η πραγματική αντίσταση συνίσταται στη διαρκή πνευματική αυτονομία, στην καλλιέργεια της ενεργής συνείδησης και στην άρνηση να επιτρέψουμε στις δομές εξουσίας — πολιτικές ή τεχνοκρατικές — να ορίσουν τον τρόπο που σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε. Η πνευματική αντίσταση δεν αντιτίθεται απλώς στη βία ή στην καταπίεση· αμφισβητεί την ίδια την ανθρώπινη τάση προς την άκριτη υπακοή.
Η ατομική συνείδηση οφείλει να παραμένει ενεργή. Η συνειδητή άρνηση της συμμόρφωσης, η αφοσίωση στην αμφιβολία και η πίστη στη δημιουργική πολλαπλότητα αποτελούν τις σύγχρονες μορφές αντίστασης. Ο Άχρονος Φασισμός δεν έχει συγκεκριμένο χρόνο ή πρόσωπο· είναι ψυχονοοτροπία και αρχέτυπο που επανεμφανίζεται κάθε φορά που η ανθρώπινη συνείδηση υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη για ομοιομορφία και απόλυτη τάξη.
Ο φασισμός αποδυναμώνεται όταν αποκαλύπτεται ως σύστημα που δεν εδράζεται στη λογική, αλλά στην πλάνη, στον φόβο και στη χειραγώγηση — και κυρίως όταν αποτυγχάνει να ριζώσει στη συλλογική συνείδηση.
Βιβλιογραφία (ενδεικτική)
Βιβλιογραφία (ενδεικτική)
Eco, U. (1995). Ur-Fascism. In The New York Review of Books.
Arendt, H. (1951). The Origins of Totalitarianism. New York: Harcourt, Brace & Company.
Jung, C.G. (1957). The Archetypes and the Collective Unconscious. Princeton: Princeton
Eco, U. (1995). Ur-Fascism. In The New York Review of Books.
Arendt, H. (1951). The Origins of Totalitarianism. New York: Harcourt, Brace & Company.
Jung, C.G. (1957). The Archetypes and the Collective Unconscious. Princeton: Princeton
Eco, U. (1995). Ur-Fascism. In The New York Review of Books.
Arendt, H. (1951). The Origins of Totalitarianism. New York: Harcourt, Brace & Company.
Jung, C.G. (1957). The Archetypes and the Collective Unconscious. Princeton: Princeton University Press.
Eco, U. (1995). Ur-Fascism. In The New York Review of Books.
Arendt, H. (1951). The Origins of Totalitarianism. New York: Harcourt, Brace & Company.
Jung, C.G. (1957). The Archetypes and the Collective Unconscious. Princeton: Princeton University Press.
Στην Καινή Διαθήκη (Κατά Ματθαίον 22,29) είναι γραμμένο (Πρωτότυπο κείμενο): "Πλανάσθε μη ειδότες τας γραφάς μηδέ την δύναμιν του Θεού." Μετάφραση: [Πλανάστε, διότι δεν γνωρίζετε τις Γραφές, ούτε την δύναμη του Θεού.]
Η στενή και η πλατεία πύλη (Ματθ. ζ’ 13-14). κείμενο του Ευαγγελιστή Ματθαίου
13 εισελθετε
δια της στενης πυλης οτι πλατεια η πυλη και ευρυχωρος η οδος η απαγουσα εις την
απωλειαν και πολλοι εισιν οι εισερχομενοι δι αυτης
14 οτι στενη η πυλη και τεθλιμμενη η οδος η απαγουσα εις την ζωην και ολιγοι εισιν οι ευρισκοντες αυτην.
Α΄ ΠΕΤΡΟΥ 5: 6 Ταπεινώθητε οὖν ὑπὸ τὴν κραταιὰν χεῖρα τοῦ Θεοῦ, ἵνα ὑμᾶς ὑψώσῃ ἐν καιρῷ. 7 πᾶσαν τὴν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ’ αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλει περὶ ὑμῶν, 8 νήψατε, γρηγορήσατε· ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ.
Μετάφραση Α΄ ΠΕΤΡΟΥ 5:8 Να είστε νηφάλιοι και άγρυπνοι. Ο αντίδικος σας ο διάβολος περιφέρεται σαν λιοντάρι που βρυχάται, ζητώντας κάποιον να καταβροχθίσει.

























Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου